Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φίλιππας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φίλιππας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Πάουλ Τσέλαν: «Φωνές»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Stimmen"
από τη συλλογή του Paul Celan
"Sprachgitter"
(Γλωσσικό πλέγμα)
1959


ΦΩΝΕΣ

Φωνές σκαλισμένες στο πράσινο
της υδάτινης επιφάνειας.
Καθώς το ψαροπούλι καταδύεται
συρίζει στη βουτιά το δευτερόλεπτο
κ' ό,τι στεκόταν στο πλευρό σου άλλοτε
σε καθεμιά απ' τις όχθες, θερισμένο
μπαίνει πια σε μία εικόνα ά λ λ η.

Φωνές από τον δρόμο με τις κνίδες:
περπάτα με τα χέρια προς εμάς.
Εκείνος που είναι μόνος με τη λάμπα,
μέσα απ' το χέρι του έχει μόνο να διαβάσει.

Φωνές σπαρμένες από νύχτα, σχοινιά έτοιμα
να κρεμαστεί η καμπάνα.
Καμπυλώσου κόσμε: κ' όταν πλέον,
κολυμπώντας, το κοχύλι του θανάτου
μας ζυγώσει, θα σημάνει εκείνη εδώ.

Φωνές που εμπρός τους η καρδιά σου υποχωρεί
πίσω στης μάνας την καρδιά και καταφεύγει.
Φωνές από το δέντρο της κρεμάλας
που πρώιμο ξύλο κ' όψιμο ανταλλάσσουν
δακτύλιους στο διηνεκές του χρόνου.

Φωνές λαρυγγικές μες στα χαλίκια
όπου και τ' άπειρο ακόμη
(καρδια-) πυκνόρρευστο ρυάκι φτυαρίζει.
Εδώ τις βάρκες τράβηξε, παιδί,
που εγώ ο ίδιος έχω επανδρώσει:
Όταν στη μέση του καραβιού η τρικυμία
αναλαμβάνει, αγγίζονται οι σκαρμοί και γίνονται ένα.

Φωνή του Ιακώβ:
Τα δάκρυα.
Τα δάκρυα στο μάτι του αδελφού.
Το ένα έμεινε κρεμάμενο, μεγάλωσε.
Εντός του κατοικούμε.
Ανάσανε μεμιάς
ώστε να πέσει.

Φωνές από την κιβωτό:
Έχουν
μόνο τα στόματα
σωθεί. Εσείς
που βυθίζεστε, ακούστε
κ' εμάς.

Καμία
Φωνή - ένας
α π ό η χ ο ς, στις ώρες ξένος, κ' εδώ
ως δώρο στις σκέψεις σου,
ξαγρυπνισμένο: ένα καρπόφυλλο
στο μέγεθος ενός ματιού, βαθιά
χαραγμένο. Δακρυλογεί
ρετσίνι· δεν λέει
να γιατρευτεί.

________________________________________________

Μετάφραση στα ελληνικά:
άρης φίλιππας
~

Tags: Paul Celan Πάουλ Τσέλαν Φωνές Stimmen Sprachgitter Γλωσσικό Πλέγμα Γερμανική Ποίηση Ποιήματα Μετάφραση Ελληνικά Μεταγλώσσα Αντόρνο Άουσβιτς Ντεριντά Αισθητική Aesthetics

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Μια Τυπική Μέρα Στην Κόλαση (ποιητική σύνθεση)

«Βάκχος και Αριάδνη»
Ελαιογραφία σε καμβά, του Γιόχαν Γκέοργκ Πλάτσερ.

Ο Νίτσε παίζει με τον Διόνυσο μπαρμπούτι,
δίπλα ο Απόστολος Θωμάς στυφό πίνει ούζο
με τον αστροπλεγμένο αγέρωχο Καρούζο,
ενώ «ρεβολουσιόν» σκληρίζει ο Κρισναμούρτι.

Με τα δαιμόνια του ο Μαρκήσιος ξενυχτά
του γνέφει απ’ τα ανατολικά ο Εμπειρίκος.
Σε κοσμική τραμπάλα ο Εμπεδοκλής το νεῖκος
κλώθει πριν πάλι λιώσει στην καυτή βουτιά.

Σ’ ένα φλεγόμενο τσουκάλι βράζει αιώνια
ο Καζαντζάκης, γλείφει του Ζορμπά τους ρόζους.
Πάνω στο τοίχωμα χαράζει «Deus otiosus»
(το ίδιο αλύχτισμα τον κατατρώει από χρόνια)

Η Γώγου πιάνει την Αχμάτοβα απ’ το χέρι
και για της Κάλο τη γλαυκή γωνιά τραβούν.
Γελούν οδυνηρά πριν σ’ όργιο δοθούν-
Μέλπει σαν άγγελος ηλεκτρικός η Φλέρυ.

Το βράδυ όταν ξαπλώσει το φλόγινο δείλι
χύνονται οι Σάτυροι και τραγουδούν με νάζι.
Λικνιέται σπινθηροβολώντας η Εσκενάζυ
κι ο Διογένης φιλά την Έμμα στα χείλη.

Τότε στο δάσος για να κλάψουν ξεμακραίνουν
η Πλαθ κρατώντας αγκαλιά τον Λαπαθιώτη.
Εκεί όμως δάκρυα βρίσκουν όπου για τη νιότη
δάκρυσεν ο Καβάφης- Και Ξαναπεθαίνουν.

Συχνά εμφανίζεται ο Κροπότκιν μουδιασμένος
με ένα αγκάθινο στην κεφαλή του στέμμα.
«Ζήνων» σιγοψελλίζει, «αφού με δίκαιο αίμα
έχω βαφτεί, γιατί δεν νιώθω ευτυχισμένος;»

Είναι και μια παρέα που δεν μιλάει με λόγια
μα μες στης Άβυσσος βαθιά τον κόλπο χύνει
ο Μπέλα Ταρρ, ο Θίο με τον Αντρέι. Πίνει
και ξεψυχά ο Πόλοκ, ο Μαγκρίτ, ο Γκόγια.

Κατά την χαραυγή βαφτίζεται η Σελήνη
σε μιαν αστρομπανιέρα με υγρό μαβί.
Ο μάγος Έρως γεννά με το Χάος τριβή
κι η Ζωή λούζεται στου Θάνατου την κρήνη.

Όλα κυλούν γλυκά στης Κόλασης τα νέφη
καθώς σ’ αειθαλλένιο πέφτουμε παιχνίδι.
Όμως το αυτό μυστήριο σέρνεται σαν φίδι:
Ποιος βασιλεύει αυτόν τον κόσμο από σιντέφι;

Κανείς, θα πουν πολλοί. Μα ορκίζομαι πως το είδα:
ο Ζοφερός μας Άναξ σ’ αγλαό καράβι
της Γέεννας τ’ άγιο πυρ ως τα ψηλά ν’ ανάβει
να φέρνει μεθυσμένη στίλβη, καταιγίδα,

Και με στεντόρεια λαλιά ν’ αναφωνεί:
Je me crois en Enfer, donc en Enfer je suis.-

~
Άρης Φ.
(ανέκδοτο)