Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Μια Τυπική Μέρα Στην Κόλαση (ποιητική σύνθεση)

«Βάκχος και Αριάδνη»
Ελαιογραφία σε καμβά, του Γιόχαν Γκέοργκ Πλάτσερ.

Ο Νίτσε παίζει με τον Διόνυσο μπαρμπούτι,
δίπλα ο Απόστολος Θωμάς στυφό πίνει ούζο
με τον αστροπλεγμένο αγέρωχο Καρούζο,
ενώ «ρεβολουσιόν» σκληρίζει ο Κρισναμούρτι.

Με τα δαιμόνια του ο Μαρκήσιος ξενυχτά
του γνέφει απ’ τα ανατολικά ο Εμπειρίκος.
Σε κοσμική τραμπάλα ο Εμπεδοκλής το νεῖκος
κλώθει πριν πάλι λιώσει στην καυτή βουτιά.

Σ’ ένα φλεγόμενο τσουκάλι βράζει αιώνια
ο Καζαντζάκης, γλείφει του Ζορμπά τους ρόζους.
Πάνω στο τοίχωμα χαράζει «Deus otiosus»
(το ίδιο αλύχτισμα τον κατατρώει από χρόνια)

Η Γώγου πιάνει την Αχμάτοβα απ’ το χέρι
και για της Κάλο τη γλαυκή γωνιά τραβούν.
Γελούν οδυνηρά πριν σ’ όργιο δοθούν-
Μέλπει σαν άγγελος ηλεκτρικός η Φλέρυ.

Το βράδυ όταν ξαπλώσει το φλόγινο δείλι
χύνονται οι Σάτυροι και τραγουδούν με νάζι.
Λικνιέται σπινθηροβολώντας η Εσκενάζυ
κι ο Διογένης φιλά την Έμμα στα χείλη.

Τότε στο δάσος για να κλάψουν ξεμακραίνουν
η Πλαθ κρατώντας αγκαλιά τον Λαπαθιώτη.
Εκεί όμως δάκρυα βρίσκουν όπου για τη νιότη
δάκρυσεν ο Καβάφης- Και Ξαναπεθαίνουν.

Συχνά εμφανίζεται ο Κροπότκιν μουδιασμένος
με ένα αγκάθινο στην κεφαλή του στέμμα.
«Ζήνων» σιγοψελλίζει, «αφού με δίκαιο αίμα
έχω βαφτεί, γιατί δεν νιώθω ευτυχισμένος;»

Είναι και μια παρέα που δεν μιλάει με λόγια
μα μες στης Άβυσσος βαθιά τον κόλπο χύνει
ο Μπέλα Ταρρ, ο Θίο με τον Αντρέι. Πίνει
και ξεψυχά ο Πόλοκ, ο Μαγκρίτ, ο Γκόγια.

Κατά την χαραυγή βαφτίζεται η Σελήνη
σε μιαν αστρομπανιέρα με υγρό μαβί.
Ο μάγος Έρως γεννά με το Χάος τριβή
κι η Ζωή λούζεται στου Θάνατου την κρήνη.

Όλα κυλούν γλυκά στης Κόλασης τα νέφη
καθώς σ’ αειθαλλένιο πέφτουμε παιχνίδι.
Όμως το αυτό μυστήριο σέρνεται σαν φίδι:
Ποιος βασιλεύει αυτόν τον κόσμο από σιντέφι;

Κανείς, θα πουν πολλοί. Μα ορκίζομαι πως το είδα:
ο Ζοφερός μας Άναξ σ’ αγλαό καράβι
της Γέεννας τ’ άγιο πυρ ως τα ψηλά ν’ ανάβει
να φέρνει μεθυσμένη στίλβη, καταιγίδα,

Και με στεντόρεια λαλιά ν’ αναφωνεί:
Je me crois en Enfer, donc en Enfer je suis.-

~
Άρης Φ.
(ανέκδοτο)