Με αφορμή μια πρόσφατη ανάρτηση τού κινηματογραφικού κριτικού Βαγγέλη Βίτσικα όπου αξιολογεί ταινίες ανά έτος για την περίοδο 1963-2026, παραθέτω τη δική μου δεκάδα, χωρίς αρίθμηση, συν κάποιες σκέψεις για το κινηματογραφικό 2011.
• Μέχρι πριν κάποιο καιρό, δαγκωτό Melancholia. Κι αυτό όχι τόσο για λόγους καλλιέπειας, που είναι μια απ' τις χαρακτηριστικές εμμονές τού Τρίερ, αλλά για χάρη μιας άλλης του μονομανίας, μοιραία αυτοκαταστροφικής, να στοχαστεί πάνω στην ομορφιά της απώλειας. Και για να το πετύχει αυτό δεν διστάζει να κάτσει μερόνυχτα άυπνος, ντυμένος τα ρούχα τού Κτίστη, στερημένος κάθε όψης ευτυχίας, ώστε να θαυμάσει, εκείνος πρώτος απ' όλους, την κατασκευή μιας τέλειας διαλεκτικής. Μια τόσο εγωτική εργασία δεν μπορεί να μην γίνεται στο τέλος πανανθρώπινη. Παραμένει ωστόσο: 1) μεγαλομανία. Κάτι που προσωπικά δεν με ενοχλεί και τόσο, μιας και όταν ο δημιουργός -ερήμην του έργου του- αποφασίζει να εκπέσει στην χυδαιότητα, το Φεστιβάλ των Καννών -ορθότατα- τον σουτάρει για 7 ολόκληρα χρόνια (παναπεί: η σφαλιάρα έρχεται), 2) κατασκευή. Αυτό, παρότι μπορώ να το κατανοήσω, ολοένα και περισσότερο τελευταίως με ενοχλεί. Ακόμη βέβαια, λόγω συναισθηματικού δεσίματος, δεν μπορώ να την κατατάξω με βεβαιότητα στις δευτερεύουσες εργασίες του, όμως σίγουρα καμία από τις επαναπροβολές της Μελαγχολίας του δεν μου πρόσθεσαν κάτι καινούργιο στον διάλογο. Δεν ξέρω μετά από χρόνια τι θα μείνει, πέραν της «μαγικής σπηλιάς», φτιαγμένης από γυμνά, ακάλυπτα κλαδιά, να προσφέρει πρόσκαιρο καταφύγιο απ' την επερχόμενη κοσμική φωτιά. «Melancholia is just gonna pass right in front of us. And it's gonna be the most beautiful sight ever» — έστω, ας είναι έτσι.
• Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κορυφαία ταινία του 2011 ανήκει στον Μπέλα Ταρ. Το «Άλογο του Τορίνο» αποτελεί σπάνια περίπτωση κύκνειου άσματος χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Καμωμένο με την ίδια αθωότητα που τον διέκρινε στο «Αουτσάιντερ» (1981), την πρώτη του δοκιμή να κάνει το απόλυτο αντικινηματογραφικό σινεμά. Όχι επειδή μισεί τον κινηματογράφο, ούτε επειδή αγαπά το τετριμμένο. Κάθε καρέ της φιλμογραφίας του, με αποκορύφωμα το εδώ κομβικό έργο που βασίζεται στη θρυλούμενη κατάρρευση του Νίτσε μπροστά στο μαστίγωμα ενός αλόγου, είναι καταγραφή τού απεριόριστου θαυμασμού που θρέφει στην φύση του ανθρώπου ως πάσχουσας κίνησης. Τόσο απεριόριστου, που δεν τολμά στιγμή να παρουσιάσει οποιαδήποτε θεραπεία. Γι' αυτό οι γλωσσικές του παρεμβάσεις είναι ελάχιστες, αφού η ύπαρξη απλώς υπάρχει (όπως στον Χάιντεγγερ το μηδέν, απλώς, μηδενεί), εκεί όμως που το κρίνει απαραίτητο, σε αντίθεση με τον επιθετικό Τρίερ, ο Ταρ συνδιαλέγεται μέσω του επιρρήματος. Αυτή η στοργική αφοσίωση στο «πώς» σε αντίθεση με το «γιατί» είναι που μετατρέπει ένα έργο από καταστασιακό σε επαναστατικό, αποτυπώνοντας με διαύγεια το συλλογικό αυτό τραύμα (αφού πάντα πρώτα θα γεννιέσαι «ως κάτι» και μετά θα αναρωτιέσαι γιατί αυτό συνέβη). Μετά από αυτή την ταινία, σε απόλυτη συνέπεια με τις εξεγερσιακές του ιδέες, ο Ταρ αποσύρεται, γιατί ό,τι είχε να πει το είπε. Με τις λιγότερες δυνατές λέξεις, με τη βαθύτερη δυνατή τρυφερότητα.
• Όπως τα μεγάλα έργα έχουν πάνω μας συνέπειες σωματικές, έτσι και πληγή από πληγή διαφέρει. Εάν ο Ταρ είναι ένα μακρόσυρτο λεγκάτο μέσα στο οποίο λιώνει ο χρόνος, ο Φαραντί πυροβολάει με ακρίβεια δευτερολέπτου, και κάθε σφαίρα του γίνεται πιο αισθητή απ' την προηγούμενη. Έχουν δίκιο όσοι λένε ότι το «A Separation» μοιάζει με πανεπιστημιακό μάθημα ηθικής φιλοσοφίας, σαν να βρίσκεσαι εσύ πίσω απ' τον μοχλό εκείνου του περίφημου τρόλεϊ που καλείσαι ν' αποφασίσεις αυτοστιγμεί ποιον θα σκοτώσεις, πόσους θα σκοτώσεις, γιατί θα σκοτώσεις - πάντως σίγουρα θα σκοτώσεις. Δεν μου αρέσει όμως που βλέπουν Χίτσκοκ στον «Χωρισμό», όπως δεν μου άρεσε αυτή η ανάγνωση για το About Elly. Η ψυχογραφία τού Φαραντί μοιάζει πολύ λιγότερο με άρθρο γνώμης και πολύ περισσότερο με ένα exposé της εποχής, που είναι απολύτως α) αδιαχώριστο από το πολιτικό, β) επαναστατικής προοπτικής. Σινεμά θέσης.
Λένε πως οι μεγάλοι δημιουργοί είναι «μπροστά απ' την εποχή τους». Προσωπικά αυτό το βρίσκω εύκολο. Νομίζω πως οι μεγάλοι δημιουργοί ήταν πάντα κάτω απ' την εποχή τους, σαν μπαρούτι που απειλεί ανά πάσα στιγμή να την ανατινάξει στις συστατικές της ουσίες. Δεν υπάρχει τυχαίο καρέ, γιατί κάθε μικρή λεπτομέρεια μπορεί να σε ξεγυμνώσει (απέναντι στον κόσμο, απέναντι στις ιδέες και τον εαυτό σου). Επίσης δεν υπάρχει ίχνος μουσικής, γιατί αυτό θα ήταν ψέμα, και ένας Χωρισμός, που είναι η πιο αβάσταχτη αλήθεια, δεν χωράει τέτοιους περισπασμούς. Το Ιράν τού Φαραντί δεν είναι απλώς ένα γένος υπό επίθεση, αλλά μια συνεχής εχθροπραξία εντός τεσσάρων τοίχων, που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στη διπλανή πόρτα του ορόφου μας. Μπορείς να πάρεις βαλεριάνα και να κοιμηθείς. Όμως κάθε φορά που θα ξυπνάς ο θόρυβος θα είναι ένα «μπαμ» εντονότερος και η μεσοτοιχία ένα «κρακ» πιο κοντά στην κατάρρευση.
• Για όσους επιμένουνε να μην υπακούν τις συνταγογραφήσεις των ειδικών και πετάγονται ακόμη απ' τον ύπνο τους με τον εφιάλτη της νοσταλγίας, ο Γούντι Άλλεν προσφέρεται πάντα να σου θυμίσει ένα ταξίδι που ποτέ δεν πήγες. Εάν το «Πορφυρό ρόδο» αποτελεί το go-to έργο μαγικού ρεαλισμού στο έγχρωμο σινεμά, τα «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» είναι, σχεδόν με ιδεολογική προσήλωση, αυστηρός αισθητισμός. Τι τον σώζει; Δύο τινα, το δεύτερο επέκταση του πρώτου:
1. Ότι δεν ντρέπεται καθόλου, μα καθόλου, γι' αυτό! Η επιμονή στην αφέλεια λαμβάνει θεολογικές διαστάσεις, είναι ταυτόχρονα αρχή και τέλος, δομή και σκοποθεσία. Το χιούμορ όχι ως εργαλείο θερμοκρασίας, αλλά ως προϋπόθεση τής τραγωδίας τού βίου.
2) Ότι δεν το κάνει τυχαία. Ως γνήσιος εστέτ, ο Άλλεν είναι πρόθυμος να σκηνογραφήσει την ελκυστικότερη παράλληλη πραγματικότητα για να σε πείσει ότι ο έρωτας -η θεραπεία όλων των κακών- μπορεί ν' ανθίσει εκτός του πολιτικού, μα προς τιμήν του παραμένει ειλικρινής σ' αυτή την πίστη. Κι αλήθεια, ποιος γίνεται να μην απολαμβάνει την χαζόφατσα του (γενικώς, αφόρητου) Όουεν Γουίλσον, ως ανερχόμενου συγγραφέα απ' το μέλλον να ζητάει συγγραφικές συμβουλές απ' τον... Χέμινγουεη; Δεν ξέρω για εσάς, εγώ πάντα όποτε το βλέπω χαμογελάω. Αλλά εγώ είμαι και του ναΐφ γενικώς.
• Ο Στιβ ΜακΚουίν σκηνοθετεί στο Shame έναν χαρακτήρα που δεν συμπαθεί. Η κάμερα πλησιάζει τον Φασμπέντερ με ίσες δόσεις λύπησης και ειρωνείας, αλλά στέκεται πάντοτε απέναντί του (μην κολλήσει και τίποτα). Θυμάμαι την πρώτη φορά που το είδα πόσο υπέφερα μέσα σε αυτή την παγωμένη περιφορά ενός εύπορου αστού από το ένα δωμάτιο του νεοϋορκέζικου ρετιρέ του στο άλλο, να ενοχλείται απ' όλους — αλλά κυρίως απ' τον εαυτό του. Σκέφτομαι όμως πλέον ότι ο Μπράντον είναι, κατά κύριο λόγο, ένας άνθρωπος σε αυτοεγκατάλειψη. Κι έτσι, σχεδόν χωρίς να το θέλει, με εκπληκτική παγωμάρα, ο ΜακΚουίν καταφέρνει τελικά και δημιουργεί μια σχέση. Δε το λες και μικρό επίτευγμα.
Αυτά για ό,τι έχω δει παραπάνω από μία-δύο-τρεις φορές. Η υπόλοιπη εξάδα πιο επιγραμματικά, με όποια αίσθηση μού είχαν αφήσει στην πρώτη προβολή τους. Instant classics, χωρίς πολλά πολλά:
• Drive (Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν): φρενήρες δανέζικο κωλοδάχτυλο απέναντι στο αμερικάνικο «κουλ»
• Το Λιμάνι της Χάβρης (Άκι Καουρισμάκι): η επαναστατικότητα της κοινής ευγένειας
• The Artist (Μισέλ Αζαναβίσιους): όπως κάθε γέννα, έτσι κι ο νέος κόσμος έρχεται πάντα με θόρυβο
• Rango (Γκορ Βερμπίνσκι): ο Χάντερ Σ. Τόμσον συναντάει τον Πολάνσκι στο σώμα ενός animated χαμαιλέοντα που τριγυρνάει στην έρημο αναζητώντας νερό και ταυτότητα
• Τέλος, θα το πω εγώ για να μη χρειαστεί να το πείτε εσείς. Ο Τέρενς Μάλικ με το «Δέντρο της Ζωής» θέλει να τα πει όλα. Όχι, δεν με κατάλαβες, Ο Λ Α. Θέλει να ξαναπεί την ιστορία του σύμπαντος, της δημιουργίας και της καταστροφής, της αγάπης και του μίσους, του Θεού και του θεουργήματος, της μνήμης και της λήθης, του χρόνου και του θανάτου, της ενότητας και της πολλαπλότητας, και... κοιμηθήκατε; Εγώ πάντως ναι, τις πρώτες πέντε φορές που αποπειράθηκα να το δω. Την έκτη τα κατάφερα, πιο πολύ από πείσμα, αλλά δικαιωμένος πως επιτέλους αντίκρυσα κάτι πιο φλύαρο από εμένα. Αντιπροτείνω ανάγνωση Εμπεδοκλή ή μια μεσημεριανή βόλτα στο δάσος (με ή χωρίς συντροφιά μανιταριών). Αν όμως σώνει και ντε θέλετε να δείτε κάτι κιουμπρικό... ε, δείτε Κιούμπρικ.






