Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Μια Τυπική Μέρα Στην Κόλαση (ποιητική σύνθεση)

«Βάκχος και Αριάδνη»
Ελαιογραφία σε καμβά, του Γιόχαν Γκέοργκ Πλάτσερ.

Ο Νίτσε παίζει με τον Διόνυσο μπαρμπούτι,
δίπλα ο Απόστολος Θωμάς στυφό πίνει ούζο
με τον αστροπλεγμένο αγέρωχο Καρούζο,
ενώ «ρεβολουσιόν» σκληρίζει ο Κρισναμούρτι.

Με τα δαιμόνια του ο Μαρκήσιος ξενυχτά
του γνέφει απ’ τα ανατολικά ο Εμπειρίκος.
Σε κοσμική τραμπάλα ο Εμπεδοκλής το νεῖκος
κλώθει πριν πάλι λιώσει στην καυτή βουτιά.

Σ’ ένα φλεγόμενο τσουκάλι βράζει αιώνια
ο Καζαντζάκης, γλείφει του Ζορμπά τους ρόζους.
Πάνω στο τοίχωμα χαράζει «Deus otiosus»
(το ίδιο αλύχτισμα τον κατατρώει από χρόνια)

Η Γώγου πιάνει την Αχμάτοβα απ’ το χέρι
και για της Κάλο τη γλαυκή γωνιά τραβούν.
Γελούν οδυνηρά πριν σ’ όργιο δοθούν-
Μέλπει σαν άγγελος ηλεκτρικός η Φλέρυ.

Το βράδυ όταν ξαπλώσει το φλόγινο δείλι
χύνονται οι Σάτυροι και τραγουδούν με νάζι.
Λικνιέται σπινθηροβολώντας η Εσκενάζυ
κι ο Διογένης φιλά την Έμμα στα χείλη.

Τότε στο δάσος για να κλάψουν ξεμακραίνουν
η Πλαθ κρατώντας αγκαλιά τον Λαπαθιώτη.
Εκεί όμως δάκρυα βρίσκουν όπου για τη νιότη
δάκρυσεν ο Καβάφης- Και Ξαναπεθαίνουν.

Συχνά εμφανίζεται ο Κροπότκιν μουδιασμένος
με ένα αγκάθινο στην κεφαλή του στέμμα.
«Ζήνων» σιγοψελλίζει, «αφού με δίκαιο αίμα
έχω βαφτεί, γιατί δεν νιώθω ευτυχισμένος;»

Είναι και μια παρέα που δεν μιλάει με λόγια
μα μες στης Άβυσσος βαθιά τον κόλπο χύνει
ο Μπέλα Ταρρ, ο Θίο με τον Αντρέι. Πίνει
και ξεψυχά ο Πόλοκ, ο Μαγκρίτ, ο Γκόγια.

Κατά την χαραυγή βαφτίζεται η Σελήνη
σε μιαν αστρομπανιέρα με υγρό μαβί.
Ο μάγος Έρως γεννά με το Χάος τριβή
κι η Ζωή λούζεται στου Θάνατου την κρήνη.

Όλα κυλούν γλυκά στης Κόλασης τα νέφη
καθώς σ’ αειθαλλένιο πέφτουμε παιχνίδι.
Όμως το αυτό μυστήριο σέρνεται σαν φίδι:
Ποιος βασιλεύει αυτόν τον κόσμο από σιντέφι;

Κανείς, θα πουν πολλοί. Μα ορκίζομαι πως το είδα:
ο Ζοφερός μας Άναξ σ’ αγλαό καράβι
της Γέεννας τ’ άγιο πυρ ως τα ψηλά ν’ ανάβει
να φέρνει μεθυσμένη στίλβη, καταιγίδα,

Και με στεντόρεια λαλιά ν’ αναφωνεί:
Je me crois en Enfer, donc en Enfer je suis.-

~
Άρης Φ.
(ανέκδοτο)

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

«Οι εφτά τρομοκράτες στο a/a Noemvria» (διασκευή Καββαδία)

Οι εφτά τρομοκράτες στο a/a* Noemvria

Εφτά μοίρες αριστερά, μην το ζορίζεις
για θα σου φύγει ο στόχος από το κεφάλι.
Εδώ είναι σοβαρή δουλειά, τι το νομίζεις;
Ότι είναι σαν σε μπάτσο να πετάς μπουκάλι;

Γυαλίζει ο Λάμπρος το αγνό περίστροφό του
Ο Παναής τοιμάζει τα εκρηκτικά του.
Μ' ένα φτερό γράφει ο Λουκάς το κείμενό του,
κι ο Πάνος ο παπαδογιός κοιτάζει κάτου.

Απ' τα Πατήσια ξεπηδάν κι απ' το Παγκράτι
τ' αντάρτικό τους το γλυκό να συνεχίσουν.
Γυαλίζει απόψε το μυαλό τους και το μάτι
ποιον γαμημένο χουντικό θα ξεκληρίσουν;

Μανώλη, που ύστερα στην ΚΥΠ τούς ξεπουλήθης
και στους παλιούς συντρόφους στράφηκες ενάντια,
πώς σε ποτίσαν άθλιε το νερό της λήθης
κι από αντάρτης, υπηρέτης τους; Κατάντια!

Ο Σπύρος, του λείπει το χέρι μα όλο γράφει
τόνα βιβλίο πίσω απ' τάλλο κι ας μη βλέπει.
Φώτη, ποια τράπεζα απόψε θα σε μάθει;
Σταμάτη, δε μιλάς; Χτύπα τούς καθωσπρέπει.

Τυφλός ο Σάββας την κουκούλα κατεβάζει
μ' ένα κουμπούρι ανοίγει τρύπες στα λαμόγια.
Δίκιο στη χώρα των ξεδιάντροπων μοιράζει
κι ειν' το μολύβι του σαν πινελιά του Γκόγια.

Κι έτσι μαζί με τα λεφτά, μεις πολεμάμε
και κάθε αφεντικό που μας ρουφάει το αίμα.
Ο κόσμος όλος μας αγκάλιαζε, θυμάμαι,
πριν του σερβίρουνε τα ΜΜΕ το ψέμα.

Κουφός ο Σάββας στο μπαλκόνι του αράζει
με ένα σνάιπερ σημαδεύει τους κοπρίτες.
Μα είναι κάτι πιο σπλατέρ που του ταιριάζει.
-Γιε μου, πού πας; -Μάνα, να φάω τους αλήτες!

*a/a: anti-capitalist, anti-imperialist

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Κατερίνα Ζησάκη· της Σκληριάς και του Ψιθύρου, στιγμών οκτώ και κάτι ψιλά-

Γράφει ο Άρης Φ.

Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια.

Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος με τις συλλαβές της.
Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος με τις συλλαβές της όπου συλλαβή βλέπε οντότητα νεκροζώντανη μαυρορούσα αποπνικτική άφυλη από τρύπιο μετάξι και πέτρα.
Αφού λοιπόν η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος τις συλλαβές της όπου συλλαβή βλέπε οντότητα νεκροζώντανη μαυρορούσα αποπνικτική άφυλη από τρύπιο μετάξι και πέτρα, καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να παραστήσω ότι θα κάνω μια αντικειμενική παρουσίαση της γραφής της.

Θ' αποπειραθώ, όμως, χάριν μιας όσο το δυνατό σωστότερης παρουσίασης, να μην καταγράψω εδώ όσα «λέει» σε μένα καθένα από τα ποιήματά της, και να τ' αφήσω να πουν όσα έχουν να πουν από μοναχά τους.


Η Κατερίνα έχει βγάλει μέχρι στιγμής μία συλλογή από τις εκδόσεις Μανδραγόρα, με τ' όνομα «Ιστορίες απ' το Ονειροσφαγείο», αλλά έχει μπαμπάτσικη ιντερνετική παρουσία, απ' την οποία κι εβοηθήθηκα για να διαλέξω μερικά από τα διαμαντάκια της. Δεν είναι, λοιπόν, όλα τα παρακάτω μέσα στη συλλογή της.


Θα σας μηνύσω την Κατερίνα μέσα από πέντε σπαράγματα.



«Ο Χάρων μεταφέρει ψυχές από την Στύγα»
Λάδι σε καμβά του Αλεξάντερ Λυτοφτσένκο (1861)

Ανεβείτε προσεκτικά στην ψαρόβαρκα του Χάρωνα, και χαλαρώστε τα άκρα σας.
Οι φωτογραφίες εντός του υγροσπηλαίου απαγορεύονται. 
Αλλά πάλι, απαγορεύονται οι απαγορεύσεις.

~~~~~


i. «ήσυχες μέρες»


άκου πώς ουρλιάζουν τα σκυλιά

κάτω στο βάλτο ένας τρελλός
μην τον φοβάσαι άγγιξέ τον
πρώτος εκείνος είπε για το πράσινο νερό
για τους χτίστες
για την οργονική μελωδία που ενώνει τον κόσμο

άκου πώς ψιθυρίζουν οι αφέντες

άκου
σχεδόν μες στο κεφάλι μας
φωνές σχεδόν σαν δικές μας
άκου

η ζωή στους εδώ τόπους κυλάει ομαλά

μια μάνα προχωράει αμέριμνη
σέρνοντας ένα παιδικό καρότσι
με την άκρη του λαιμού της
οι αρχές το εξέτασαν το βρήκαν άδειο
γύρω πέφτουν σαν χιόνι νεκρά πουλιά
νεκρά από μια ασθένεια του καιρού μας
λέγεται εκούσια θλίψη
εμφανίζεται πρώτα με ανεξήγητη σιωπή
με ανηδονία
σιγά σιγά τρώει τα πρόσωπα
παραλύει το μυϊκό σύστημα
και καταλήγει στις καρδιές μας
παγώνουν
το πιο συχνό σύμπτωμα είναι το κρύο
στο καλοκαίρι
και στις πορείες
και σε αγκαλιές μέσα κρύο

όμως η ζωή στους εδώ τόπους κυλάει ομαλά

κάθε πρωί τα μεγάφωνα
ανακοινώνουν την έναρξη εργασίας
όταν γεράσει κι ο τελευταίος ανακοινώνουν λήξη
ύστερα πλύσιμο δέκα λεπτά
κρύο φαΐ άλλα δέκα
τα Σάββατα –καμιά φορά και Κυριακές
επιτάσσουν έρωτα
εκεί να δεις ανθρωπομεθύσι
οι αρχές εποπτεύουν τις συνευρέσεις μας
μην ενωθούν οι ανάσες
μη γείρει ο ένας το κεφάλι του στον ώμο του άλλου
εκεί δεν έχει δεν ήξερα
τιμωρείσαι
έτσι κυλάει 

σήμερα εκτέλεσαν τη μικρή μου κόρη

την έπιασαν να γράφει ποιήματα
για τον τρελλό κάτω στο βάλτο
για τα σκυλιά που ουρλιάζουν
γι’ αυτά τα αναθεματισμένα μεγάφωνα τις φωνές και τα ρέστα

κατά τα άλλα η ζωή κυλά ομαλά

σε κάθε λήξη βάρδιας
μαζεύουμε τα νεκρά πουλιά απ’ τους δρόμους
τα ρίχνουμε στους ειδικούς κάδους έξω από κάθε σπίτι
και φεύγουν ξημερώματα
για το Ονειροσφαγείο

ii.


τι όμορφα πεθαίνει η αγαπούλα μου

κάτω από ένα σωρό σκουπίδια
ντουπ και ντουπ την καρδιά της ακούω
πώς σβήνει νωχελικά ντουπ και ντουπ
αγάπη μου πώς φτάσαμε
στον έναν χτύπο το λεπτό
πώς φτάσαμε στο
"μια φορά στα χίλια χρόνια"
τι όμορφα πεθαίνει η αγαπούλα μου
κάτω από ένα σωρό σκουπίδια
(ψόφιες μύγες σελίδες παλιές αποτσίγαρα
νύχια κομμένα και χαρτομάντηλα με
πρωινά φλέματα τρίχες γάτας και
στάχτες και μπύρας κουτιά)
τι όμορφα. 
αντίο. ντουπ. σβήσε επιτέλους.
ντουπ. ντουπ. ακόμα;

iii.


αν ήξερε η άνοιξη τι θα συνέβαινε

ποτέ της δεν θα ξεκινούσε
ξέρω σήμερα
πως οι άνθρωποι
αγαπούν την αγάπη
κι αγαπούν 
να την αγαπούν
μα ίσως
να μην την αναγνωρίζουν πια
αφού ο κόσμος
έχει τέτοια πληθώρα συναισθημάτων
συμμορφωμένων τόσο
με τις εμπορευματικές προσταγές
που ο έρωτας
συνδέεται ευθέως
με την απόκτηση
καινούριας μηχανής
πολλών κυβικών
ν’ αλωνίζεις τους δρόμους αιώνιος
ερώμενος ο ίδιος του εαυτού σου
και δεν είναι πως
δε ματώνουν τα μάτια μου όταν σε βλέπω
δεν είναι πως
δε μου σκίζει στα τέσσερα την καρδιά
το χαμόγελό σου
και το αξιοπόθητο
στητό σου σώμα
την ώρα που σε μυρίζω
περνώντας δίπλα μου
όμως συνέχεια τρίζει στο στήθος μου
αυτή η μικρή ανησυχία
πως ό,τι πόθησα
το δημιούργησε το σκοτάδι
με τον ίδιο τρόπο που
η κόκα κόλα
οι διαφημίσεις καταναλωτικών δανείων
η μόδα και τα φωσφορίζοντα προφυλακτικά
δημιούργησαν
όλα όσα
ποθούν οι άλλοι
κι αν ήξερε η άνοιξη
πως θα τη μνημονεύουν τόσα ποιήματα
ποτέ δεν θα ξεσπούσε
υπό το βάρος τόσων προσδοκιών
σ' έναν τέτοιο οργασμό
από χρώμα κι από άρωμα
και περιρρέουσα επιθυμία γι’ αγάπη
ξέρω σήμερα
πως οι άνθρωποι
αγαπούν να την αγαπούν
-ένα συναίσθημα δηλαδή
που επιστρέφει στον εαυτό του-
όμως οι άνθρωποι ξεχνούν
πως οι οργασμοί
ακόμα και της άνοιξης
μπορούν να είναι
λυπημένοι

iv. «ντουρούτι»


μ’ ένα ζαφ

δυο τρία ιντυκουλούμ
κλοκότ και παραπέντε
άρπαξα μια βραδιά το ντουρούτι μου
και τράβηξα κατά το βουνό
πάνω εκεί με περίμεναν
και περίμεναν
με σημαίες και με σημαίες
με ναρίτ και ντεντάρες
και φοβέρα από σκόνη
ε! Ζαν Μπατίστ! 
έλα να δεις την ωραία φωτιά που ανάψαμε
να ξεγλιστρήσουμε από το σκοτάδι
τρεμόπαιζε ανήμπορη μια φλογίτσα
τι να σας πω
εκείνο το βράδυ ζεσταθήκαμε όπως όπως
κάψαμε σοβαρές εφημερίδες 
πιστόλια των παγκοσμίων πολέμων
εισιτήρια ταυτότητες και κάρτες μέλους
σε γκολφ κλαμπ και σούπερ μάρκετ
το ξημέρωμα κάναμε απόφαση
αρπάξαμε τα χρώματα
κάτι παιδικές μολυβιές
και σαγκίτ, αλλαμόρ, κομανκέτια και αλβάρες
και μ’ όλη μας την ορμή
την ακαταλαβίστικη γλώσσα μας
τη νιότη
κινήσαμε να αναστήσουμε την πόλη
εγώ κρατούσα πάντα το ντουρούτι μου
πιο δίπλα μου γελούσε ο Τεσταρόσσα
δεν ξέρω τι απέγιναν οι σύντροφοι
μια μισοπάλαβη γριά
με βρήκε σώμα άψυχο
σ’ ένα στενό την άλλη μέρα.

v. 


τα ξυράφια είναι τα διαχρονικά 

βλέμματα των αγίων
κοιτούν πότε το ένα
χέρι και πότε το άλλο
ακονίζονται λερωμένα
επάνω σε κρεβάτια που 
κοιμούνται κοιμούνται 
οι χαρές και οι κόρες του ύπνου
ξεντύνονται μεθυσμένες
η αποψινή προσμονή είναι το έπακρο
το απεχθές το ακρότατο
κοφτερό σύνορο μεταξύ του ενός
ή του άλλου και λύπης
της λύπης
ήθελε να στο πει μα δεν έφτανε
η φωνή ως εσένα
ξεκινάει για παράδειγμα
με μια λέξη και λέει
λέει και σβήνεται
η φωνή λίγο πριν να τελειώσει 
πώς το πας έτσι ρε
τους ψιθύρους σου ποιος
τους ακούει;
εκείνο το καλοκαίρι στην Ισπανία
πήραν τα όπλα στα χέρια
οι εραστές χαιρετιούνταν
με μπαμ και με μπουμ
το φιλί ακολουθούσε
εκείνο το καλοκαίρι στην Ισπανία
εκείνο το καλοκαίρι
ύστερα πήγε ο Ρεμπώ στο Χαράρ
ύστερα ο κόσμος έμεινε απηυδισμένος
κάτω απο τόνους σκόνης
ανελέητης φθοράς
και σποράς παραπόνων
διχοτομημένων στέρνων
στραβοκομμένων αυτιών
περιπτώσεων δηλαδή που εμπεριείχαν
το αίσθημα του ανίατου
του πένθους
του εσφαλμένου
έτσι κάπως καταπίνω 
οτιδήποτε θυμίζει φωνή
το γυρνάω μες στο στόμα και λιώνει
μουδιάζοντας 
όλους τους γευστικούς κάλυκες
κάνοντας τα γλυκά σου ας πούμε φιλιά
να έχουν την ίδια γεύση με το αίμα
που προκύπτει από τα ξυράφια
που είναι τα διαχρονικά βλέμματα 
των αγίων της λύπης
της λύπης
ήθελε να στο πει μα δεν έφτανε
η φωνή ως εσένα
-πάλι έτσι το πας
ποιος ακούει;

vi. 


δεν είμαι ωραία μουσική για να μ' ακούσεις

δεν είμαι κώμη απαλή για να με λούσεις
δεν είμαι ήλιος να σε ντύσω με αχτίδα
είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα
είμαι σε νύχτα σκοτεινή μαύρο σκουλήκι
κατατροπώνω καίω λέω "μου ανήκει"
σκοτώνω βρίζω βρίζομαι σ' αφήνω
μετά σκοτώνομαι 
και πάω πάνω απ' τον τάφο μου
και φτύνω
λοιπόν; θα μ' αγαπήσεις;

[Κι ένα ~ ποιητικής]


όσοι γράφουν ποιήματα για την ψυχή τους,

όσοι γράφουν για να μην τρελλαθούν ολοκληρωτικά,
όσοι γράφουν για Εκείνη ή για Εκείνον, 
όσοι γράφουν μολότωφ, 
όσοι γράφουν τη στιγμή που θέλουν να κοπούν ή ν' αυτοκτονήσουν, 
όσοι γράφουν για να μην τους προλάβει ο θάνατος χωρίς ούτε ένα ποίημα, 
όσοι γράφουν για τη χαρά που τους δίνει η ίδια η γραφή, 
όσοι γράφουν γιατί στον ύπνο τους έρχονται απρόσκλητοι Καρυωτάκηδες Σύλβιες Πλαθ και δε συμμαζεύεται, 
όσοι γράφουν γιατί δε μπορούν να σιωπούν μπρος σ' έναν κόσμο που πεθαίνει, 
όσοι γράφουν για κάποια Ιδέα, 
όσοι γράφουν για να μην ξεχνούν πως είναι άνθρωποι, 
όσοι γράφουν γιατί φιμώνονται κάθε μέρα, 
όσοι γράφουν γιατί πέρασε απ' το χεράκι τους για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η αόρατη σκυτάλη της ποίησης κι έχουν χρέος να της αποδώσουν τιμή, 
όσοι γράφουν με πυρετό και με κάβλα, 
όσοι γράφουν γιατί αντιλαμβάνονται τη θνητότητα και μηδαμινότητά τους εντός του απέραντου κόσμου, 
όσοι γράφουν προσφέροντας με έξαψη το κορμί τους και το μυαλό τους γυμνά κι ευάλωτα σε ξένα χέρια, 
όσοι γράφουν όχι ως κεφαλή αλλά ας πούμε ως δάχτυλο ή ως τρίχα γεννητικών οργάνων, 
όσοι γράφουν ως μέρος του Όλου, αυτοί λοιπόν το ξέρουν.

οι υπόλοιποι ας το μάθουν τώρα:

υπάρχει
ο κόσμος των ποιητών
ο κόσμος των μουσικών
ο κόσμος των ζωγράφων
των χορευτών
των ηθοποιών
των σκηνοθετών
-ξεχνάω καμπόσους-
και υπάρχει
κι ο κόσμος


Ετούτη είναι. Αγκαλιάστε την

Τέλειωσε-
(Και σιγά μην έβαζα μόνο 5)

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Σαρλ Μπωντλαίρ: «Οι Λιτανείες του Σατανά»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Les Litanies des Satan"
από τη συλλογή του Charles Baudelaire
 "Les Fleurs du Mal" 
(Τα Άνθη του Κακού)
1857

Ο Ποιητής της Άβυσσος, Σαρλ Μπωντλαίρ

ΟΙ ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Ω εσύ, ο πιο σοφός κι όμορφος των Αγγέλων
Θεέ που η μοίρα σ' έφτυσε κι εγκώμια δεν σου ψέλλουν,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Της εξορίας, ω Πρίγκηπα, που ζεις αδικημένος

και δύεις αεί ισχυρότερος παρότι νικημένος,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Συ παντογνώστη, άναξ τρανέ των υπογείων, όπου

θεραπεύεις τρυφερά τα βάσανα τ' ανθρώπου,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που ως και στον λεπρό, στον άτιμο παρία,

διδάσκεις της Παράδεισος τη γεύση μ' ευσπλαχνία,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Ω εσύ, που από τον Θάνατο, παλιό εραστή τρανό

σου, την Ελπίδα γέννησες, —κορίτσι διαλεχτό!

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που στον απόκληρο το βλέμμα της γαλήνης
καθώς γύρω απ' το ικρίωμα τους πάντες ψέγει, δίνεις,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που ξέρεις ποιες γωνιές απόκρυφα ο Θεός

με λίθους ανεκτίμητους γέμισε, φθονερός,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που τα οπλοστάσια -με μάτια που δε σφάλλουν-
βλέπεις, βαθιά όπου κείτονται τα πλήθη των μετάλλων,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Συ, που με χέρια διάπλατα κρύβεις του υπνοβάτη
τα βάραθρα απ' τα κτίρια ψηλά που ακροπάτει,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Συ, που πραΰνεις μαγικά τού πότη τ' άγρια οστά
που άλογα τον πάτησαν νύχτα ως του ήρθαν μπροστά,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Εσύ, που για ν' ανακουφίσεις τον ασθενικό

δίδαξες θείο να ενώνουμε με κάλιο νιτρικό,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, δαιμόνιε συνεργέ, που την υπογραφή σου,

στο κούτελο του αδίστακτου, χαράζεις, κι άθλιου Κροίσου,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Εσύ, που βάζεις στην καρδιά των θήλεων και στο βλέμμα
τον πόθο για τα ράκη, μα και την λατρεία στο αίμα,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Φανάρι των εφευρετών, ράβδε των ξορισμένων
εξομολόγε των συνωμοτών, των κρεμασμένων,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, θετέ πατέρα αυτών που μες στη μαύρη οργή του
απόδιωξε ο Θεός Πατήρ απ' την Εδέμ στην γη του,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Τιμή και δόξα, ω Σατανά, σ' εσένα, όπου στα ύψη
των Ουρανών βασίλεψες, και όπου πια έχεις κύψει
σε ρέμβη αμίλητη, ηττηθείς, στης Κόλασης τα βάθη!
Κάτω απ' της Γνώσης το Δεντρό, κάνε -όταν η ώρα θάρθει-
πλάι σου η ψυχή μου να υπνωθεί, καθώς στο μέτωπό σου
θ' απλώνει τα κλωνάρια του σαν ένας νέος Βωμός σου!



Μετάφραση στα ελληνικά:
άρης φίλιππας


~

Tags: Σαρλ Κάρολος Μπωντλαίρ Μπωντλέρ Charles Baudelaire Les Litanies Des Satan Οι Λιτανείες Του Σατανά Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Ελληνικά Ποίημα Καταραμένοι Ποιητές Γαλλική Ποίηση Προσευχή Σατανάς Σατανισμός Satanism Άνθη Του Κακού Fleurs Du Mal Poetes Maudit Μεταφρασμένο Απαγορευμένο Βλάσφημη

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Κάτουλλος: «Carmen 16»

Ο Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος, ήταν Ρωμαίος λυρικός ποιητής
 που έζησε τον 1ο αιώνα π.Κ.Χ.
Το ποιητικό σώμα του Κάτουλλου αποτελείται από 116 ποιήματα (Carmina)
κυρίως ερωτικού περιεχομένου.

Στο παρακάτω ποίημα, το Carmen 16 ("Ποίημα 16"),

ο Κάτουλλος επιτίθεται στον Μάρκο Αυρήλιο, Ρωμαίο γερουσιαστή,
και στον Μάρκο Φούριο, ποιητή, γιατί σύμφωνα με τον πρώτο,
οι Αυρήλιος και Φούριος, χαρακτηρίζοντας την ποίησή του
ευαίσθητη και γλυκερή («γεμάτη σκηνές με φιλιά»),
αμφισβητούν έντονα τον ανδρισμό του.

Τους απαντάει λοιπόν με το παρακάτω, το οποίο θεωρείται

το πιο απαγορευμένο ποίημα που έχει γραφτεί,
τόσο ...χυδαίο και υβριστικό, που μεταφράστηκε πρώτη φορά ολόκληρο
στ' αγγλικά, μόλις στα τέλη του 20ού αιώνα!
Πάντως, κι ο ίδιος, δεν αποκλείει τις κατηγορίες,
για να μην πω ότι, άθελά του (;) τις επικυρώνει,
όπως φαίνεται απ' τον πρώτο κιόλας στίχο.

[Όσες μεταφράσεις έχω υπόψη μου στα ελληνικά,

είτε είναι σεμνότυφες (και άρα χαντακώνουν
τον καταγγελτικό χαρακτήρα του ποιήματος),
είτε στερούνται πλήρως ρυθμού, διαλύοντας
τη μουσικότητα του πρωτότυπου.]

Gaius Valerius Catullus


«CARMEN 16»

Θα σας γαμήσω εγώ τον κώλο και το στόμα,
παλιοαδερφή Αυρήλιε και Φούριε πούστη,
που θαρρείτε πως, αφού τα ποιήματά μου
ευαίσθητα είναι, είμαι κι εγώ θυληπρεπής.
Πράγματι, πρέπει ο αληθινός ποιητής να είναι
αδρός ο ίδιος, μα όχι και τα ποιήματά του·
που είναι όντως θελκτικά και πνευματώδη
όταν ευαισθησία έχουν και γοητεία,
κι ωστόσο μπορούν ένα μούδιασμα να φέρουν,
δεν λέω στ' αγόρια, μα σε κάτι τριχωτούς
γέρους που δεν μπορεί πια να τους σηκωθεί.
Σεις, που διαβάσατε τ' αμέτρητα φιλιά μου
θεωρείτε πως είμαι θυληπρεπής;
Θα σας γαμήσω εγώ τον κώλο και το στόμα.


Μετάφραση στα ελληνικά: 
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Catullus Gaius Valerius Roman Poet Κάτουλλος Κάτουλος Γάιος Βαλέριος Ρωμαίος Ποιητής Ποίηση Λατίνος Latin Κάρμεν 16 Carmen Poetry Απαγορευμένη Ποίηση Banned Poem Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Marcus Aurelius Furius Μάρκος Αυρήλιος Φούριος Βλάσφημος

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Έντγκαρ Άλλαν Πόου: «Μόνος»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Alone".
Γράφτηκε το 1829 και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1875.

Ο Edgar Allan Poe.

«ΜΟΝΟΣ»

Από την ηλικία την παιδική
δεν ήμουν όπως οι άλλοι· όπως αυτοί
είδαν, εγώ δεν είδα· από κοινή
τα πάθη μου δεν άντλησα πηγή
ούτε απ' την ίδια ετράβηξα τη θλίψη.
Δε μπόραγε η καρδιά μου να ξυπνήσει
εκεί που υπήρχε της χαράς ο τόνος 
Σ' ό,τι ποτέ μου αγάπησα ήμουν μόνος.
Τότε -ήμουν παιδί- σε μιας πολύ θυ-
ελλώδους ζωής την χαραυγή γεννήθη
απ' του καλού και του κακού τα ερέβη
το μυστήριο που ακόμη με δεσμεύει 
Απ' την κρήνη ή από τον άγριο ποταμό
απ' του βουνού τον πορφυρό γκρεμό
απ' τον ήλιο που μου τύλιξε το σώμα
με το χρυσό τού φθινοπώρου χρώμα
από την αστραπή στον ουρανό
καθώς γύρα μου επέταξε· από
τον κεραυνό και τη νεροποντή
κι από ένα σύννεφο που πήρε τη μορφή
(ενώ τα Ουράνια ήταν γαλανά)
δαιμόνου ενός στα μάτια μου μπροστά.

Μετάφραση στα ελληνικά: 
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Edgar Allan Poe Έντγκαρ Άλλαν Άλαν Πόε Πόου Μόνος Μονος Ποίηση Ποίημα Ποιήματα Poems Poetry Alone Poetry Sadness Μετάφραση Μεταγραφή Ελληνικά Άρης Φίλιππας Posthumously Published Μεταθάνατον Poem Sadness Melancholy Μελαγχολία Θλίψη Λύπη Θάνατος 1829 1830 1875

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Πιέρ Πάολο Παζολίνι: «Σεξ, της δυστυχίας παρηγοριά»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Sesso, consolazione della miseria"
από τη συλλογή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι
 "La religione del mio tempo" 
(Η θρησκεία του καιρού μου)
1961

Ο Π. Π. Παζολίνι στα γυρίσματα του Teorema, 1968

«ΣΕΞ, ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ»

Σεξ, της δυστυχίας παρηγοριά!
Η πουτάνα είναι μια ρήγισσα, ο θρόνος της
είναι ένα ρημάδι. Ένα κομμάτι η γη της
σκατένιου γρασιδιού. Το σκήπτρο πούχει,
μια τσάντα κατακόκκινη: γαβγίζει
μέσα στη νύχτα, βρωμισμένη και άγρια
σαν αρχαία μάνα: προστατεύει
την ιδιοκτησία και τη ζωή της.
Οι νταβατζήδες τρίγυρα σε αγέλες,
πρησμένοι και δαρμένοι, με μουστάκια,
Βρινδήσιοι ή Σλάβοι, είναι ηγέτες,
βασιλείς: στα σκοτεινά σκαρώνουν
εκατό λιρών δουλειές, βουβά το μάτι
κλείνοντας, κάνουν συνθηματικά:
ο αποκλεισμένος σιωπά κόσμος γύρω,
κι αποκλεισμένοι οι ίδιοι απ' αυτόν είναι,
αθόρυβα ψοφίμια αρπαχτικών.

Στου κόσμου τα σκουπίδια όμως γεννιέται
ένας νιος κόσμος: νέοι γεννιούνται νόμοι
όπου νόμος δεν υπάρχει πια, μια νέα
τιμή γεννιέται, όπου τιμή ειν' η ατιμία...
Γεννιούνται εξουσίες και πατρίκιοι
άγριοι σε σωρούς από χαμόσπιτα,
σε μέρη απέραντα εκεί όπου θαρρείς
ότι τελειώνει η πόλη, κι όπου, όμως,
ξαναρχινά, εχθρική, ξαναρχινά
για χιλιοστή φορά, με λαβυρίνθους,
γέφυρες κι εργοτάξια κι εκσκαφές
πίσω απ' των ουρανοξυστών τις τρικυμίες
που ολόκληρους ορίζοντες σκεπάζουν.

Μέσα στου έρωτα την ευκολία, 
νιώθει άνθρωπος ο ανθρωπάκος: χτίζει
την πίστη στη ζωή, μέχρι που να
περιφρονάει όσους ζουν αλλιώτικα.
Τα παιδιά στην περιπέτεια ωθούνται
σίγουρα πως είναι σ' έναν κόσμο
που τρέμει αυτά και τη σεξουαλικότητά τους.
Ο οίκτος τους βρίσκεται στην αλυπησιά τους,
η δύναμη στην ελαφρότητά τους,
κι η ελπίδα τους στην απουσία ελπίδας.


Μετάφραση στα ελληνικά:
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Pier Paolo Pasolini Πιέρ Πάολο Παζολίνι Regia Director Σκηνοθέτης Ποίηση Ποιητής Ιταλός Italian Poet Poetry Poem Sesso Consolazione Della Miseria Παρηγοριά Της Δυστυχίας Μιζέριας Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Teorema La Religione Del Mio Tempo Η Θρησκεία Του Καιρού Μου 1961