Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Κατερίνα Ζησάκη· της Σκληριάς και του Ψιθύρου, στιγμών οκτώ και κάτι ψιλά-

Γράφει ο Άρης Φ.

Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια.

Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος με τις συλλαβές της.
Η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος με τις συλλαβές της όπου συλλαβή βλέπε οντότητα νεκροζώντανη μαυρορούσα αποπνικτική άφυλη από τρύπιο μετάξι και πέτρα.
Αφού λοιπόν η Κατερίνα Ζησάκη είναι η αγαπημένη μου σύγχρονη ποιήτρια και είμαι ερωτευμένος τις συλλαβές της όπου συλλαβή βλέπε οντότητα νεκροζώντανη μαυρορούσα αποπνικτική άφυλη από τρύπιο μετάξι και πέτρα, καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να παραστήσω ότι θα κάνω μια αντικειμενική παρουσίαση της γραφής της.

Θ' αποπειραθώ, όμως, χάριν μιας όσο το δυνατό σωστότερης παρουσίασης, να μην καταγράψω εδώ όσα «λέει» σε μένα καθένα από τα ποιήματά της, και να τ' αφήσω να πουν όσα έχουν να πουν από μοναχά τους.


Η Κατερίνα έχει βγάλει μέχρι στιγμής μία συλλογή από τις εκδόσεις Μανδραγόρα, με τ' όνομα «Ιστορίες απ' το Ονειροσφαγείο», αλλά έχει μπαμπάτσικη ιντερνετική παρουσία, απ' την οποία κι εβοηθήθηκα για να διαλέξω μερικά από τα διαμαντάκια της. Δεν είναι, λοιπόν, όλα τα παρακάτω μέσα στη συλλογή της.


Θα σας μηνύσω την Κατερίνα μέσα από πέντε σπαράγματα.



«Ο Χάρων μεταφέρει ψυχές από την Στύγα»
Λάδι σε καμβά του Αλεξάντερ Λυτοφτσένκο (1861)

Ανεβείτε προσεκτικά στην ψαρόβαρκα του Χάρωνα, και χαλαρώστε τα άκρα σας.
Οι φωτογραφίες εντός του υγροσπηλαίου απαγορεύονται. 
Αλλά πάλι, απαγορεύονται οι απαγορεύσεις.

~~~~~


i. «ήσυχες μέρες»


άκου πώς ουρλιάζουν τα σκυλιά

κάτω στο βάλτο ένας τρελλός
μην τον φοβάσαι άγγιξέ τον
πρώτος εκείνος είπε για το πράσινο νερό
για τους χτίστες
για την οργονική μελωδία που ενώνει τον κόσμο

άκου πώς ψιθυρίζουν οι αφέντες

άκου
σχεδόν μες στο κεφάλι μας
φωνές σχεδόν σαν δικές μας
άκου

η ζωή στους εδώ τόπους κυλάει ομαλά

μια μάνα προχωράει αμέριμνη
σέρνοντας ένα παιδικό καρότσι
με την άκρη του λαιμού της
οι αρχές το εξέτασαν το βρήκαν άδειο
γύρω πέφτουν σαν χιόνι νεκρά πουλιά
νεκρά από μια ασθένεια του καιρού μας
λέγεται εκούσια θλίψη
εμφανίζεται πρώτα με ανεξήγητη σιωπή
με ανηδονία
σιγά σιγά τρώει τα πρόσωπα
παραλύει το μυϊκό σύστημα
και καταλήγει στις καρδιές μας
παγώνουν
το πιο συχνό σύμπτωμα είναι το κρύο
στο καλοκαίρι
και στις πορείες
και σε αγκαλιές μέσα κρύο

όμως η ζωή στους εδώ τόπους κυλάει ομαλά

κάθε πρωί τα μεγάφωνα
ανακοινώνουν την έναρξη εργασίας
όταν γεράσει κι ο τελευταίος ανακοινώνουν λήξη
ύστερα πλύσιμο δέκα λεπτά
κρύο φαΐ άλλα δέκα
τα Σάββατα –καμιά φορά και Κυριακές
επιτάσσουν έρωτα
εκεί να δεις ανθρωπομεθύσι
οι αρχές εποπτεύουν τις συνευρέσεις μας
μην ενωθούν οι ανάσες
μη γείρει ο ένας το κεφάλι του στον ώμο του άλλου
εκεί δεν έχει δεν ήξερα
τιμωρείσαι
έτσι κυλάει 

σήμερα εκτέλεσαν τη μικρή μου κόρη

την έπιασαν να γράφει ποιήματα
για τον τρελλό κάτω στο βάλτο
για τα σκυλιά που ουρλιάζουν
γι’ αυτά τα αναθεματισμένα μεγάφωνα τις φωνές και τα ρέστα

κατά τα άλλα η ζωή κυλά ομαλά

σε κάθε λήξη βάρδιας
μαζεύουμε τα νεκρά πουλιά απ’ τους δρόμους
τα ρίχνουμε στους ειδικούς κάδους έξω από κάθε σπίτι
και φεύγουν ξημερώματα
για το Ονειροσφαγείο

ii.


τι όμορφα πεθαίνει η αγαπούλα μου

κάτω από ένα σωρό σκουπίδια
ντουπ και ντουπ την καρδιά της ακούω
πώς σβήνει νωχελικά ντουπ και ντουπ
αγάπη μου πώς φτάσαμε
στον έναν χτύπο το λεπτό
πώς φτάσαμε στο
"μια φορά στα χίλια χρόνια"
τι όμορφα πεθαίνει η αγαπούλα μου
κάτω από ένα σωρό σκουπίδια
(ψόφιες μύγες σελίδες παλιές αποτσίγαρα
νύχια κομμένα και χαρτομάντηλα με
πρωινά φλέματα τρίχες γάτας και
στάχτες και μπύρας κουτιά)
τι όμορφα. 
αντίο. ντουπ. σβήσε επιτέλους.
ντουπ. ντουπ. ακόμα;

iii.


αν ήξερε η άνοιξη τι θα συνέβαινε

ποτέ της δεν θα ξεκινούσε
ξέρω σήμερα
πως οι άνθρωποι
αγαπούν την αγάπη
κι αγαπούν 
να την αγαπούν
μα ίσως
να μην την αναγνωρίζουν πια
αφού ο κόσμος
έχει τέτοια πληθώρα συναισθημάτων
συμμορφωμένων τόσο
με τις εμπορευματικές προσταγές
που ο έρωτας
συνδέεται ευθέως
με την απόκτηση
καινούριας μηχανής
πολλών κυβικών
ν’ αλωνίζεις τους δρόμους αιώνιος
ερώμενος ο ίδιος του εαυτού σου
και δεν είναι πως
δε ματώνουν τα μάτια μου όταν σε βλέπω
δεν είναι πως
δε μου σκίζει στα τέσσερα την καρδιά
το χαμόγελό σου
και το αξιοπόθητο
στητό σου σώμα
την ώρα που σε μυρίζω
περνώντας δίπλα μου
όμως συνέχεια τρίζει στο στήθος μου
αυτή η μικρή ανησυχία
πως ό,τι πόθησα
το δημιούργησε το σκοτάδι
με τον ίδιο τρόπο που
η κόκα κόλα
οι διαφημίσεις καταναλωτικών δανείων
η μόδα και τα φωσφορίζοντα προφυλακτικά
δημιούργησαν
όλα όσα
ποθούν οι άλλοι
κι αν ήξερε η άνοιξη
πως θα τη μνημονεύουν τόσα ποιήματα
ποτέ δεν θα ξεσπούσε
υπό το βάρος τόσων προσδοκιών
σ' έναν τέτοιο οργασμό
από χρώμα κι από άρωμα
και περιρρέουσα επιθυμία γι’ αγάπη
ξέρω σήμερα
πως οι άνθρωποι
αγαπούν να την αγαπούν
-ένα συναίσθημα δηλαδή
που επιστρέφει στον εαυτό του-
όμως οι άνθρωποι ξεχνούν
πως οι οργασμοί
ακόμα και της άνοιξης
μπορούν να είναι
λυπημένοι

iv. «ντουρούτι»


μ’ ένα ζαφ

δυο τρία ιντυκουλούμ
κλοκότ και παραπέντε
άρπαξα μια βραδιά το ντουρούτι μου
και τράβηξα κατά το βουνό
πάνω εκεί με περίμεναν
και περίμεναν
με σημαίες και με σημαίες
με ναρίτ και ντεντάρες
και φοβέρα από σκόνη
ε! Ζαν Μπατίστ! 
έλα να δεις την ωραία φωτιά που ανάψαμε
να ξεγλιστρήσουμε από το σκοτάδι
τρεμόπαιζε ανήμπορη μια φλογίτσα
τι να σας πω
εκείνο το βράδυ ζεσταθήκαμε όπως όπως
κάψαμε σοβαρές εφημερίδες 
πιστόλια των παγκοσμίων πολέμων
εισιτήρια ταυτότητες και κάρτες μέλους
σε γκολφ κλαμπ και σούπερ μάρκετ
το ξημέρωμα κάναμε απόφαση
αρπάξαμε τα χρώματα
κάτι παιδικές μολυβιές
και σαγκίτ, αλλαμόρ, κομανκέτια και αλβάρες
και μ’ όλη μας την ορμή
την ακαταλαβίστικη γλώσσα μας
τη νιότη
κινήσαμε να αναστήσουμε την πόλη
εγώ κρατούσα πάντα το ντουρούτι μου
πιο δίπλα μου γελούσε ο Τεσταρόσσα
δεν ξέρω τι απέγιναν οι σύντροφοι
μια μισοπάλαβη γριά
με βρήκε σώμα άψυχο
σ’ ένα στενό την άλλη μέρα.

v. 


τα ξυράφια είναι τα διαχρονικά 

βλέμματα των αγίων
κοιτούν πότε το ένα
χέρι και πότε το άλλο
ακονίζονται λερωμένα
επάνω σε κρεβάτια που 
κοιμούνται κοιμούνται 
οι χαρές και οι κόρες του ύπνου
ξεντύνονται μεθυσμένες
η αποψινή προσμονή είναι το έπακρο
το απεχθές το ακρότατο
κοφτερό σύνορο μεταξύ του ενός
ή του άλλου και λύπης
της λύπης
ήθελε να στο πει μα δεν έφτανε
η φωνή ως εσένα
ξεκινάει για παράδειγμα
με μια λέξη και λέει
λέει και σβήνεται
η φωνή λίγο πριν να τελειώσει 
πώς το πας έτσι ρε
τους ψιθύρους σου ποιος
τους ακούει;
εκείνο το καλοκαίρι στην Ισπανία
πήραν τα όπλα στα χέρια
οι εραστές χαιρετιούνταν
με μπαμ και με μπουμ
το φιλί ακολουθούσε
εκείνο το καλοκαίρι στην Ισπανία
εκείνο το καλοκαίρι
ύστερα πήγε ο Ρεμπώ στο Χαράρ
ύστερα ο κόσμος έμεινε απηυδισμένος
κάτω απο τόνους σκόνης
ανελέητης φθοράς
και σποράς παραπόνων
διχοτομημένων στέρνων
στραβοκομμένων αυτιών
περιπτώσεων δηλαδή που εμπεριείχαν
το αίσθημα του ανίατου
του πένθους
του εσφαλμένου
έτσι κάπως καταπίνω 
οτιδήποτε θυμίζει φωνή
το γυρνάω μες στο στόμα και λιώνει
μουδιάζοντας 
όλους τους γευστικούς κάλυκες
κάνοντας τα γλυκά σου ας πούμε φιλιά
να έχουν την ίδια γεύση με το αίμα
που προκύπτει από τα ξυράφια
που είναι τα διαχρονικά βλέμματα 
των αγίων της λύπης
της λύπης
ήθελε να στο πει μα δεν έφτανε
η φωνή ως εσένα
-πάλι έτσι το πας
ποιος ακούει;

vi. 


δεν είμαι ωραία μουσική για να μ' ακούσεις

δεν είμαι κώμη απαλή για να με λούσεις
δεν είμαι ήλιος να σε ντύσω με αχτίδα
είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα
είμαι σε νύχτα σκοτεινή μαύρο σκουλήκι
κατατροπώνω καίω λέω "μου ανήκει"
σκοτώνω βρίζω βρίζομαι σ' αφήνω
μετά σκοτώνομαι 
και πάω πάνω απ' τον τάφο μου
και φτύνω
λοιπόν; θα μ' αγαπήσεις;

[Κι ένα ~ ποιητικής]


όσοι γράφουν ποιήματα για την ψυχή τους,

όσοι γράφουν για να μην τρελλαθούν ολοκληρωτικά,
όσοι γράφουν για Εκείνη ή για Εκείνον, 
όσοι γράφουν μολότωφ, 
όσοι γράφουν τη στιγμή που θέλουν να κοπούν ή ν' αυτοκτονήσουν, 
όσοι γράφουν για να μην τους προλάβει ο θάνατος χωρίς ούτε ένα ποίημα, 
όσοι γράφουν για τη χαρά που τους δίνει η ίδια η γραφή, 
όσοι γράφουν γιατί στον ύπνο τους έρχονται απρόσκλητοι Καρυωτάκηδες Σύλβιες Πλαθ και δε συμμαζεύεται, 
όσοι γράφουν γιατί δε μπορούν να σιωπούν μπρος σ' έναν κόσμο που πεθαίνει, 
όσοι γράφουν για κάποια Ιδέα, 
όσοι γράφουν για να μην ξεχνούν πως είναι άνθρωποι, 
όσοι γράφουν γιατί φιμώνονται κάθε μέρα, 
όσοι γράφουν γιατί πέρασε απ' το χεράκι τους για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η αόρατη σκυτάλη της ποίησης κι έχουν χρέος να της αποδώσουν τιμή, 
όσοι γράφουν με πυρετό και με κάβλα, 
όσοι γράφουν γιατί αντιλαμβάνονται τη θνητότητα και μηδαμινότητά τους εντός του απέραντου κόσμου, 
όσοι γράφουν προσφέροντας με έξαψη το κορμί τους και το μυαλό τους γυμνά κι ευάλωτα σε ξένα χέρια, 
όσοι γράφουν όχι ως κεφαλή αλλά ας πούμε ως δάχτυλο ή ως τρίχα γεννητικών οργάνων, 
όσοι γράφουν ως μέρος του Όλου, αυτοί λοιπόν το ξέρουν.

οι υπόλοιποι ας το μάθουν τώρα:

υπάρχει
ο κόσμος των ποιητών
ο κόσμος των μουσικών
ο κόσμος των ζωγράφων
των χορευτών
των ηθοποιών
των σκηνοθετών
-ξεχνάω καμπόσους-
και υπάρχει
κι ο κόσμος


Ετούτη είναι. Αγκαλιάστε την

Τέλειωσε-
(Και σιγά μην έβαζα μόνο 5)

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Σαρλ Μπωντλαίρ: «Οι Λιτανείες του Σατανά»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Les Litanies des Satan"
από τη συλλογή του Charles Baudelaire
 "Les Fleurs du Mal" 
(Τα Άνθη του Κακού)
1857

Ο Ποιητής της Άβυσσος, Σαρλ Μπωντλαίρ

ΟΙ ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Ω εσύ, ο πιο σοφός κι όμορφος των Αγγέλων
Θεέ που η μοίρα σ' έφτυσε κι εγκώμια δεν σου ψέλλουν,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Της εξορίας, ω Πρίγκηπα, που ζεις αδικημένος

και δύεις αεί ισχυρότερος παρότι νικημένος,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Συ παντογνώστη, άναξ τρανέ των υπογείων, όπου

θεραπεύεις τρυφερά τα βάσανα τ' ανθρώπου,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που ως και στον λεπρό, στον άτιμο παρία,

διδάσκεις της Παράδεισος τη γεύση μ' ευσπλαχνία,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Ω εσύ, που από τον Θάνατο, παλιό εραστή τρανό

σου, την Ελπίδα γέννησες, —κορίτσι διαλεχτό!

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που στον απόκληρο το βλέμμα της γαλήνης
καθώς γύρω απ' το ικρίωμα τους πάντες ψέγει, δίνεις,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που ξέρεις ποιες γωνιές απόκρυφα ο Θεός

με λίθους ανεκτίμητους γέμισε, φθονερός,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, που τα οπλοστάσια -με μάτια που δε σφάλλουν-
βλέπεις, βαθιά όπου κείτονται τα πλήθη των μετάλλων,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Συ, που με χέρια διάπλατα κρύβεις του υπνοβάτη
τα βάραθρα απ' τα κτίρια ψηλά που ακροπάτει,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Συ, που πραΰνεις μαγικά τού πότη τ' άγρια οστά
που άλογα τον πάτησαν νύχτα ως του ήρθαν μπροστά,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Εσύ, που για ν' ανακουφίσεις τον ασθενικό

δίδαξες θείο να ενώνουμε με κάλιο νιτρικό,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, δαιμόνιε συνεργέ, που την υπογραφή σου,

στο κούτελο του αδίστακτου, χαράζεις, κι άθλιου Κροίσου,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Εσύ, που βάζεις στην καρδιά των θήλεων και στο βλέμμα
τον πόθο για τα ράκη, μα και την λατρεία στο αίμα,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!

Φανάρι των εφευρετών, ράβδε των ξορισμένων
εξομολόγε των συνωμοτών, των κρεμασμένων,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


Εσύ, θετέ πατέρα αυτών που μες στη μαύρη οργή του
απόδιωξε ο Θεός Πατήρ απ' την Εδέμ στην γη του,

Ω Σατανά, τη ζοφερή μου ελέησε δυστυχία!


ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Τιμή και δόξα, ω Σατανά, σ' εσένα, όπου στα ύψη
των Ουρανών βασίλεψες, και όπου πια έχεις κύψει
σε ρέμβη αμίλητη, ηττηθείς, στης Κόλασης τα βάθη!
Κάτω απ' της Γνώσης το Δεντρό, κάνε -όταν η ώρα θάρθει-
πλάι σου η ψυχή μου να υπνωθεί, καθώς στο μέτωπό σου
θ' απλώνει τα κλωνάρια του σαν ένας νέος Βωμός σου!



Μετάφραση στα ελληνικά:
άρης φίλιππας


~

Tags: Σαρλ Κάρολος Μπωντλαίρ Μπωντλέρ Charles Baudelaire Les Litanies Des Satan Οι Λιτανείες Του Σατανά Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Ελληνικά Ποίημα Καταραμένοι Ποιητές Γαλλική Ποίηση Προσευχή Σατανάς Σατανισμός Satanism Άνθη Του Κακού Fleurs Du Mal Poetes Maudit Μεταφρασμένο Απαγορευμένο Βλάσφημη

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Κάτουλλος: «Carmen 16»

Ο Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος, ήταν Ρωμαίος λυρικός ποιητής
 που έζησε τον 1ο αιώνα π.Κ.Χ.
Το ποιητικό σώμα του Κάτουλλου αποτελείται από 116 ποιήματα (Carmina)
κυρίως ερωτικού περιεχομένου.

Στο παρακάτω ποίημα, το Carmen 16 ("Ποίημα 16"),

ο Κάτουλλος επιτίθεται στον Μάρκο Αυρήλιο, Ρωμαίο γερουσιαστή,
και στον Μάρκο Φούριο, ποιητή, γιατί σύμφωνα με τον πρώτο,
οι Αυρήλιος και Φούριος, χαρακτηρίζοντας την ποίησή του
ευαίσθητη και γλυκερή («γεμάτη σκηνές με φιλιά»),
αμφισβητούν έντονα τον ανδρισμό του.

Τους απαντάει λοιπόν με το παρακάτω, το οποίο θεωρείται

το πιο απαγορευμένο ποίημα που έχει γραφτεί,
τόσο ...χυδαίο και υβριστικό, που μεταφράστηκε πρώτη φορά ολόκληρο
στ' αγγλικά, μόλις στα τέλη του 20ού αιώνα!
Πάντως, κι ο ίδιος, δεν αποκλείει τις κατηγορίες,
για να μην πω ότι, άθελά του (;) τις επικυρώνει,
όπως φαίνεται απ' τον πρώτο κιόλας στίχο.

[Όσες μεταφράσεις έχω υπόψη μου στα ελληνικά,

είτε είναι σεμνότυφες (και άρα χαντακώνουν
τον καταγγελτικό χαρακτήρα του ποιήματος),
είτε στερούνται πλήρως ρυθμού, διαλύοντας
τη μουσικότητα του πρωτότυπου.]

Gaius Valerius Catullus


«CARMEN 16»

Θα σας γαμήσω εγώ τον κώλο και το στόμα,
παλιοαδερφή Αυρήλιε και Φούριε πούστη,
που θαρρείτε πως, αφού τα ποιήματά μου
ευαίσθητα είναι, είμαι κι εγώ θυληπρεπής.
Πράγματι, πρέπει ο αληθινός ποιητής να είναι
αδρός ο ίδιος, μα όχι και τα ποιήματά του·
που είναι όντως θελκτικά και πνευματώδη
όταν ευαισθησία έχουν και γοητεία,
κι ωστόσο μπορούν ένα μούδιασμα να φέρουν,
δεν λέω στ' αγόρια, μα σε κάτι τριχωτούς
γέρους που δεν μπορεί πια να τους σηκωθεί.
Σεις, που διαβάσατε τ' αμέτρητα φιλιά μου
θεωρείτε πως είμαι θυληπρεπής;
Θα σας γαμήσω εγώ τον κώλο και το στόμα.


Μετάφραση στα ελληνικά: 
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Catullus Gaius Valerius Roman Poet Κάτουλλος Κάτουλος Γάιος Βαλέριος Ρωμαίος Ποιητής Ποίηση Λατίνος Latin Κάρμεν 16 Carmen Poetry Απαγορευμένη Ποίηση Banned Poem Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Marcus Aurelius Furius Μάρκος Αυρήλιος Φούριος Βλάσφημος

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Έντγκαρ Άλλαν Πόου: «Μόνος»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Alone".
Γράφτηκε το 1829 και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1875.

Ο Edgar Allan Poe.

«ΜΟΝΟΣ»

Από την ηλικία την παιδική
δεν ήμουν όπως οι άλλοι· όπως αυτοί
είδαν, εγώ δεν είδα· από κοινή
τα πάθη μου δεν άντλησα πηγή
ούτε απ' την ίδια ετράβηξα τη θλίψη.
Δε μπόραγε η καρδιά μου να ξυπνήσει
εκεί που υπήρχε της χαράς ο τόνος 
Σ' ό,τι ποτέ μου αγάπησα ήμουν μόνος.
Τότε -ήμουν παιδί- σε μιας πολύ θυ-
ελλώδους ζωής την χαραυγή γεννήθη
απ' του καλού και του κακού τα ερέβη
το μυστήριο που ακόμη με δεσμεύει 
Απ' την κρήνη ή από τον άγριο ποταμό
απ' του βουνού τον πορφυρό γκρεμό
απ' τον ήλιο που μου τύλιξε το σώμα
με το χρυσό τού φθινοπώρου χρώμα
από την αστραπή στον ουρανό
καθώς γύρα μου επέταξε· από
τον κεραυνό και τη νεροποντή
κι από ένα σύννεφο που πήρε τη μορφή
(ενώ τα Ουράνια ήταν γαλανά)
δαιμόνου ενός στα μάτια μου μπροστά.

Μετάφραση στα ελληνικά: 
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Edgar Allan Poe Έντγκαρ Άλλαν Άλαν Πόε Πόου Μόνος Μονος Ποίηση Ποίημα Ποιήματα Poems Poetry Alone Poetry Sadness Μετάφραση Μεταγραφή Ελληνικά Άρης Φίλιππας Posthumously Published Μεταθάνατον Poem Sadness Melancholy Μελαγχολία Θλίψη Λύπη Θάνατος 1829 1830 1875

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Πιέρ Πάολο Παζολίνι: «Σεξ, της δυστυχίας παρηγοριά»

Πρωτότυπο ποίημα:
"Sesso, consolazione della miseria"
από τη συλλογή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι
 "La religione del mio tempo" 
(Η θρησκεία του καιρού μου)
1961

Ο Π. Π. Παζολίνι στα γυρίσματα του Teorema, 1968

«ΣΕΞ, ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ»

Σεξ, της δυστυχίας παρηγοριά!
Η πουτάνα είναι μια ρήγισσα, ο θρόνος της
είναι ένα ρημάδι. Ένα κομμάτι η γη της
σκατένιου γρασιδιού. Το σκήπτρο πούχει,
μια τσάντα κατακόκκινη: γαβγίζει
μέσα στη νύχτα, βρωμισμένη και άγρια
σαν αρχαία μάνα: προστατεύει
την ιδιοκτησία και τη ζωή της.
Οι νταβατζήδες τρίγυρα σε αγέλες,
πρησμένοι και δαρμένοι, με μουστάκια,
Βρινδήσιοι ή Σλάβοι, είναι ηγέτες,
βασιλείς: στα σκοτεινά σκαρώνουν
εκατό λιρών δουλειές, βουβά το μάτι
κλείνοντας, κάνουν συνθηματικά:
ο αποκλεισμένος σιωπά κόσμος γύρω,
κι αποκλεισμένοι οι ίδιοι απ' αυτόν είναι,
αθόρυβα ψοφίμια αρπαχτικών.

Στου κόσμου τα σκουπίδια όμως γεννιέται
ένας νιος κόσμος: νέοι γεννιούνται νόμοι
όπου νόμος δεν υπάρχει πια, μια νέα
τιμή γεννιέται, όπου τιμή ειν' η ατιμία...
Γεννιούνται εξουσίες και πατρίκιοι
άγριοι σε σωρούς από χαμόσπιτα,
σε μέρη απέραντα εκεί όπου θαρρείς
ότι τελειώνει η πόλη, κι όπου, όμως,
ξαναρχινά, εχθρική, ξαναρχινά
για χιλιοστή φορά, με λαβυρίνθους,
γέφυρες κι εργοτάξια κι εκσκαφές
πίσω απ' των ουρανοξυστών τις τρικυμίες
που ολόκληρους ορίζοντες σκεπάζουν.

Μέσα στου έρωτα την ευκολία, 
νιώθει άνθρωπος ο ανθρωπάκος: χτίζει
την πίστη στη ζωή, μέχρι που να
περιφρονάει όσους ζουν αλλιώτικα.
Τα παιδιά στην περιπέτεια ωθούνται
σίγουρα πως είναι σ' έναν κόσμο
που τρέμει αυτά και τη σεξουαλικότητά τους.
Ο οίκτος τους βρίσκεται στην αλυπησιά τους,
η δύναμη στην ελαφρότητά τους,
κι η ελπίδα τους στην απουσία ελπίδας.


Μετάφραση στα ελληνικά:
Άρης Φίλιππας


~

Tags: Pier Paolo Pasolini Πιέρ Πάολο Παζολίνι Regia Director Σκηνοθέτης Ποίηση Ποιητής Ιταλός Italian Poet Poetry Poem Sesso Consolazione Della Miseria Παρηγοριά Της Δυστυχίας Μιζέριας Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Teorema La Religione Del Mio Tempo Η Θρησκεία Του Καιρού Μου 1961

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Libertarias (1996) του V. Aranda: γλυκό τραγούδι ελευθερίας!

Το Libertarias (ελλ. τίτλος: «Ελευθεριακές» - 1996) του Vicente Aranda, είναι κάτι πολύ παραπάνω από πολεμικό/πολιτικό δράμα. Εστιάζει στην εποχή του ισπανικού εμφυλίου και μας παρουσιάζει την παθιασμένη Κοινωνική Επανάσταση των εργατών απέναντι στους φασίστες του Φράνκο.
Ιστορικά, αυτό που κάνει την ισπανική Επανάσταση ένα εγχείρημα λαμπρό (παρότι εν τέλει απέτυχε) είναι η ίδια η φύση της. Είναι Επανάσταση αναρχική, ελευθεριακή, εργατική, χωρίς κόμμα-καθοδηγητή -αλά ΕΣΣΔ- ή άλλες ιεραρχίες, και ο Vicente Aranda καταφέρνει να παρουσιάσει όλα τα στοιχεία στα οποία διαρθρώθηκε, πριν από 75 περίπου χρόνια: το πώς έχει γίνει κτήμα του επαναστατικού λαού η ίση θέση της γυναίκας με τον άντρα, τις επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να είχαν οι αναρχικές οργανώσεις (FAI, CNT, AIT, Columna Durruti) που όμως τις προσπερνούσαν προκειμένου να πολεμήσουν τον κοινό εχθρό, που δεν είναι άλλος απ' τον φασισμό και τον κρατισμό, σε όποιο επίπεδο αυτός εκτείνεται.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ότι, μέσα στην ίδια την Επανάσταση, οι άντρες και γυναίκες αντιφασίστες κι αντιφασίστριες, δεν σταματούν στιγμή να πολεμούν κάθε δευτερόλεπτο, ενάντια σε κάθε αστική κανονικότητα (καθημερινός φασισμός, σεξισμός, ελιτισμός), αλλά και την αντιδραστική εκκλησία-θρησκεία, προκειμένου να διατηρηθούν τα πηγαία χαρακτηριστικά αυτού του λαϊκού ξεσηκωμού.
Το επαναστατικό υποκείμενο βρίσκει το πρόσωπό του στη γυναίκα που μάχεται κάθε δευτερόλεπτο υπέρ της ίσης θέσης της παντού, και ο ενωμένος λαός δεν αφήνει να εισχωρήσουν στοιχεία όπως ο "τακτικός στρατός" που θα υπονόμευε τις αξίες των ξεσηκωμένων.

Η εικόνα της δεν είναι ψυχρά πολεμική. Είναι στοργική και ζεστή, έχει τη μυρωδιά του βουνού, του πολέμου ενάντια στην καταπίεση, έχει κέντρο τον άνθρωπο και ιδανικά όπως η φιλία, η συνεργασία, ο αντιφασισμός, ο αντικαπιταλισμός, η ταξική πάλη. Ο καταπιεσμένος κόσμος πολεμά ενωμένος και δακρύζει από συγκίνηση για κάθε νίκη.

Είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, πάνσπερμο αναρχικών ιδεών και εικόνων, είναι ένα βουκολικό τραγούδι ελευθερίας.


Βίντεο απ' την κηδεία του σπουδαιότερου Αγωνιστή
Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Σύμφωνο συμβίωσης και το «Σύνδρομο Μπέρκσαϊρ»

Η Κανέλλη δε συμφωνεί με το σύμφωνο συμβίωσης, γιατί δεν το χρειάζεται η ίδια. Με τη σύζυγό της έχουν υιοθετήσει ένα παιδί και ζουν ευτυχισμένες.

Δανείζομαι λοιπόν τους χαρακτήρες και τη γενική ιδέα της πάντα επίκαιρης «Φάρμας των Ζώων» του Τζ. Όργουελ, για να ονομάσω την παραπάνω συμπεριφορά/πρακτική «Σύνδρομο Μπέρκσαϊρ». Ο χαρακτήρας στον οποίο θα δώσω έμφαση είναι ο Ναπολέων.


Ο Ναπολέων ήταν, όπως ξέρουμε, το γουρούνι (ράτσας μπέρκσαϊρ) που, μαζί με τα υπόλοιπα ζώα, συνεργάστηκε στο να επαναστατήσουν και να διώξουν τους καταπιεστές αγρότες απ' τη φάρμα. Πήραν λοιπόν την εξουσία τα γουρούνια (ως τα πιο έξυπνα της φάρμας) και φτιάξαν καινούργιους νόμους, που θα ήταν ίσοι για όλα τα ζώα.


Έλα όμως που ο Ναπολέων βολεύτηκε στην εξουσία, απέχτησε παραπάνω προνόμια και έκανε τους νόμους όλο και πιο άνισους (υπέρ του «λόμπυ των γουρουνιών», δηλαδή). Σινάμα, κατασυκοφάντησε και εξόρισε τον Χιονόμπαλα, τον έτερο ηγέτη της επανάστασης, ο οποίος ήταν μεν γουρούνι κι αυτός, αλλά μετά το πέρας της επανάστασης, έβλεπε στην νέα εξουσία την αδικία να μεγαλώνει και κατέκρινε τον Ναπολέοντα.

Εν ολίγοις, ο Ναπολέων έστησε με τα υπόλοιπα γουρούνια τη δική του δικτατορία και στο τέλος απέκτησε και ανθρώπινες συνήθειες.

Συνοψίζοντας:

Ο Ναπολέων αρχικά ανήκε στο κατώτερο στρώμα, στερούνταν ελευθερίας και δικαιωμάτων, όμως όταν βολεύτηκε στην εξουσία, εκμεταλλεύτηκε την ανώτερη θέση του και φυσικά περιφρονούσε τα (καινούργια) αιτήματα της υπόλοιπης φάρμας. Έγινε αγρότης στη θέση του αγρότη. Φυσικά, όπως κάθε βολεμένος και πονηρός, διαρκώς μαινόταν για το πόσο πάλευε για την φάρμα και μη τα συζητάς τι φιλολαϊκή πολιτική ασκούσε.

Κάπως έτσι, λοιπόν, είναι και η Κανέλλη, και άπαντες οι κανελλίζοντες και άπασες οι κανελλίζουσες. Αυτή την στιγμή δεν την ενδιαφέρουν τα δικαιώματα των -υπόλοιπων- ομοφυλοφίλων, γιατί η ίδια ως ομοφυλόφιλη, βρήκε τρόπο να ζει ελεύθερα, άρα ποιος χέστηκε για τους υπόλοιπους;


Είναι περίπου αντίστοιχο με το φαινόμενο των δεξιών κυράδων. Λέμε, για παράδειγμα: «πώς γίνεται μία γυναίκα να υποστηρίζει την Δεξιά, η οποία Δεξιά είναι σταθερά κόντρα στα δικαιώματα της γυναίκας και στηρίζει μια πατριαρχική κοινωνία;»

Και λέω «σχεδόν αντίστοιχο», γιατί η δεξιά κυρά(τσα), δεν βρισκόταν ποτέ σε κατώτερο στρώμα. Ήταν πάντοτε βολεμένη, είχε την ελευθερία των επιλογών της ως «αστικιά», άρα δεν την ενδιαφέρει το να διεκδικήσει τα ίδια δικαιώματα για τις υπόλοιπες γυναίκες.

Αυτό, που αποτελεί τροποποίηση του «Συνδρόμου Μπέρκσαϊρ», το ονομάζω «Σύνδρομο της Κυράτσας», όχι με έννοια σεξιστική, μα μόνο για τη χρηστικότητα του όρου.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Ο «Βασιλιάς» του Γραμματικού (2002) δεν είναι ταινία. Είναι ένας καθρέφτης.

Δεν ξέρω πραγματικά τι να γράψω, ή μάλλον τι να πρωτογράψω, για την ταινία «Ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού (2002). Είναι ίσως η πρώτη φορά, και δεν υπερβάλλω καθόλου, που με γαμάει ανάποδα ψυχολογικά μια ταινία.

Σε πέντε γραμμές τα κινηματογραφικά, για να πάω στο ζουμί που μας καίει: ο Γραμματικός υπογράφει χωρίς τρελές σκηνοθετικές πρωτοτυπίες, ένα πίνακα με την πιο αποκρουστική ζωγραφιά, το ανθρώπινο μίσος. Τα πλάνα του είναι πολλές φορές κοντινά και υποκειμενικά, όχι με κάποιο ιδιαίτερο βλέμμα, πάντως με ματιά διαπεραστική και συναισθηματική. Οι ηθοποιοί είναι ένας κι ένας. Έπαθα την πλάκα μου, δεν υπάρχει ούτε μισός κομπάρσος που να μην παίζει καλά. Διαμάντια ο Μουρίκης, η Λαμπροπούλου, ο Χατζησάββας (τι θεός θεέ μου), ο Γιωτόπουλος, ο Ζουγανέλης, η Βαγενά. Σεναριακά είναι 100% πετυχημένο, χωρίς υπερβολές (πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις) και η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι υ-πο-βλη-τι-κή, πότε με ηλεκτρισμένες λούπες, πότε με μυστήρια λαγούτα, κιθάρες και τρομπέτες.

Μόνο σκηνοθετικά κωλώνει λίγο και δεν πειραματίζεται, αλλά καλύτερα κιόλας, γιατί δεν αποσπάται η προσοχή απ' τον καθρέφτη που υψώνεται μπροστά μας.
(Τελικά βγήκαν 25 γραμμές, δεν πειράζει)

Ο «Βασιλιάς» λοιπόν είναι ένα παραμύθι (χα.. για φαντάσου!) ελληνικότατο, με την πλήρη συνταγή: ξενοφοβία, ρατσισμός, σεξισμός, υποκρισία, ομοφοβία, ψευτιά, απανθρωπιά, διπροσωπία, κακία, μίσος, μικροπρέπεια, μικροψυχία, εχθρότητα, ιδιοτέλεια, συμφέρον, χρηματολαγνεία, μικροαστισμός, μισανθρωπισμός, πονηριά, κουτοπονηριά, ατιμία, επιθετικότητα, ηλιθιότητα, κυρπαντελισμός, βλαχοδημαρχισμός, αρνητισμός, μικροπολιτική, διαφθορά, στενομυαλιά, συντηρητισμός, δολιότητα, αμορφωσιά, αγένεια, αφιλοξενία, ταμπού, καθωσπρεπισμός, φαρισαϊσμός, απαιδευσιά.


Η ιστορία έχει ως εξής: ο Βαγγέλης βγαίνει απ' τη φυλακή όπου βρισκόταν χρόνια για διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Η ζωή του με πάρα πολλά μπλεξίματα και υποθέσεις μισοτελειωμένες, έχει αποφύγει να κάνει φιλίες, ο πατέρας του δεν ζει, κι η (θετή) μάνα του ίσα που τον δέχεται.

Μέχρι που αποφασίζει να την κάνει με ελαφρά απ' την πόλη και να μείνει στην επαρχία, συγκεκριμένα σε ένα κωλοχώρι κάπου στην Αχαΐα, ξεχασμένο από θεό και διάολο. 
Εκεί θα μείνει σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, που είχε φτιάξει και ζούσε ο παππούς του πριν χρόνια.
Φτάνει στο χωριό, βλέπει το σπίτι, αρχίζει να το επισκευάζει και προσπαθεί να προσαρμοστεί.

Η ζωή σε μια κλειστή κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με αυτό που φανταζόταν. Οι κάτοικοι τον κοιτούν περίεργα, ο (παραλίγο καλόψυχος) αστυνόμος γυροφέρνει στο σπίτι του και ρωτάει διάφορα, κι αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται ανεπιθύμητος απ' το χωριό. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί διαταράσσει την χωριάτικη κανονικότητα, χωρίς φυσικά να κάνει τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία. Αρκεί που εμφανίστηκε μια ξένη φάτσα.

Δυοτρείς απ' το χωριό του έχουν δείξει κάποια συμπάθεια, αλλά κι αυτή μετρημένη. Με τον καιρό, για διάφορες αφορμές, οι κλίκες του χωριού αρχίζουν και διαμορφώνουν ένα αίσθημα μίσους προς αυτόν, προσπαθούν να τον κάνουν να φύγει. Ύστερα πάει να τον βρει κι η κοπέλα με την οποία ήταν πριν μπει στη φυλακή, και που φυσικά οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Ο Βαγγέλης καταφέρνει να βρει δουλειά σα μάστορας με κάτι Αλβανούς που ήταν στη δούλεψη μερικών μικρογαιοκτημόνων, κι όσο περνάει ο καιρός, βλέπουμε έναν προς έναν ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.

-> Ο βλαχοδήμαρχος που θεωρείται ο "πρώτος του χωριού" και ξαφνικά βλέπει να μετατοπίζεται το ενδιαφέρον σε ένα άλλο πρόσωπο.

-> Αυτός που έχει το καφενείο, καπνίζει πούρο και είναι γενικά πρώτη μούρη. Όλα περνάνε απ' την επίβλέψη του.
-> Ο βλάχος με τον χωριάτικο τσαμπουκά, που επειδή έχει μεγαλύτερο σπίτι απ' τους άλλους, είναι αυτομάτως και σε περίοπτη θέση κοινωνικά.
-> Ο μπάτσος που έχει αποσπαστεί στην επαρχία, προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες, αλλά μη μπορώντας ποτέ να βοηθήσει ουσιαστικά, εξαρτώμενος από οικονομικά μικροσυμφέροντα του χωριού.
-> Η "τρελή" του χωριού.
-> Οι Αλβανοί του χωριού, στη δούλεψη των μπαρμπάδων, τους δανείζει ο ένας στον άλλο σαν μηχανήματα.
-> Οι ίδιοι Αλβανοί που, παρόλο που τους μεταχειρίζονται σαν αντικείμενα, θεωρούν ότι έχουν τουλάχιστον ΚΑΠΟΙΑ θέση ανάμεσα στον κόσμο, και δεν γουστάρουν να μπλέκονται άλλοι στις δουλειές τους.
-> Ο "ήσυχος" του χωριού, που μπορεί να έχει καλή πρόθεση, παρασέρνεται όμως απ' την μισανθρωπιά των υπολοίπων.
-> Ο τσαμπουκάς του χωριού που γουστάρει φασαρίες.

Όλοι αγαπημένοι επιφανειακά, καλοκάγαθοι, όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία και φοράνε τα καλά τους, άνθρωποι εκ πρώτης όψεως συμπαθητικοί. Κι όλοι, όμως, διώχνουν λιγότερο ή περισσότερο τον «κίνδυνο» που λέγεται Βαγγέλης.

Άνθρωποι που ψάχνουν φασαρίες με οτιδήποτε καινούργιο, άνθρωποι που έχουν φτιάξει τις κλίκες τους, άνθρωποι που έχουν στήσει τα κολπάκια τους για να βγάζουν φράγκα παράνομα. Ο Βαγγέλης δε τους ενοχλεί καθόλου. Πήγε κι άρχισε να μαστορεύει το σπίτι του και να φυτεύει τις ντομάτες του σε μια προσπάθεια να κάνει μια άλλη ζωή. 
Αλλά δεν του δίνεται η ευκαιρία.
Διότι, θα σας πω ένα μυστικό: σ' αυτόν τον μικρόκοσμο που οι κομπίνες είναι παντού στημένες κι η φωνή τους κρώζει σκιάζοντας οποιαδήποτε άλλη, η διαφορετικότητα δεν έχει θέση. Πρέπει να φύγει, με το καλό ή με το κακό (μαντέψτε ποιο διαλέγουν συνήθως).

Θα την έλεγα και προφητική αυτή την ταινία. Το σενάριο «μια τεράστια κλίκα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να διώξει απ' τον τόπο της τον Βαγγέλη, έναν διαφορετικό άνθρωπο που δεν πείραξε ποτέ κανέναν» σας θυμίζει, μήπως, τίποτα;

Δεν υπάρχει θέση για την διαφορετικότητα σ' αυτό τον κόσμο. Δεν χωράνε οι Βαγγέληδες σ' αυτό τον κόσμο. Σ' αυτόν το γαμώκοσμο όπου οι κοινωνίες φαίνονται τόσο αγαπημένες, μα στην πραγματικότητα κρύβουν την πιο αηδιαστική και σιχαμερή υποκρισία.
Η πρώτη εικόνα που αντικρύζει κατά την έλευσή του: οι κάτοικοι του χωριού έχουν σκοτώσει έναν λύκο, τον έχουν φορτώσει πάνω σ' ένα αγροτικό και όλα τα αμάξια του χωριού πάνε γύρω γύρω απ' την πλατεία κορνάροντας να γιορτάσουν το κατόρθωμα, ενώ οι υπόλοιποι βλάχοι απ' το καφενείο πετάνε εικοσάρικα πάνω στο πτώμα του λύκου.
Στον λύκο, ρε μαλάκα!
Γιορτάζουνε τα ανθρωπάκια που σκοτώσανε το ζωντανό. Αιτία γιορτής και χαράς, φυσικά.

Και το μίσος υπάρχει απ' το πρώτο βλέμμα. Δεν χρειάζονται αφορμές. «Με αυτόν δεν θα τα πάμε καλά» είναι η πρώτη ατάκα που λέει ο τσαμπουκαλεμένος βρωμόβλαχος, βλέποντας τον Βαγγέλη. Α, τον λένε και αδερφή επειδή έχει μακριά μαλλιά. «Δεν είναι αυτός να μπλέκει μαζί μας.»

Γιατί; Γιατί έτσι, λέμε. Γιατί πιο πολύ απ' τα τριφύλλια και τα χορτάρια στο χωριό, βαθιά ριζωμένα στη γη είναι η ξενοφοβία και το μίσος.
Μίσος, ρε! Ξέρετε τι θα πει μίσος;

Στο έργο αυτό, κανένας χαρακτήρας δεν είναι παραπανίσιος, κανένας δεν είναι υπερβολικός, κανένας δεν είναι άχρηστος. Ένας προς έναν, είναι όλοι τους χαρακτηριστικό δείγμα της διπροσωπίας και της υποκρισίας, της παντοτινής ταυτότητάς μας.

Σφάξαμε τον λύκο, ας σφάξουμε και τον Βαγγέλη, να βάλουμε τα καλά μας να πάμε να ανάψουμε ένα κεράκι στην εκκλησά, σαν καλοκάγαθοι χριστιανοί (γαμώ το χριστό σας).

Ήρθε αυτός και μας αναστάτωσε, ας τον διώξουμε να επιστρέψουμε στην ησυχία μας. 

Ποια ησυχία; Την ήσυχη ρεμούλα, τα παράνομα μπετά, τα ψεύτικα χαμόγελα, τις φτιαχτές φιλίες, τα πισωμαχαιρώματα, το «σπιτάκι μας με τον Αλβανό μας», την κανονικότητα μιας παρηκμασμένης, ξεφτυλισμένης σύμβασης, με φόντο ένα κρυμμένο χωριό, τυλιγμένο στο πράσινο, που έχουμε καταφέρει να φέρουμε στα (απ)ανθρώπινα μέτρα μας. 

Καταφέραμε να εδραιώσουμε την ασχήμια και γουστάρουμε να τη διατηρήσουμε έτσι.


Οι ειρωνείες δίνουν και παίρνουν: η «τρελή» του χωριού, είναι κι η μόνη που ίσως έχει καλή ψυχή. Ξέρετε γιατί την αποκαλούν «τρελή»; Γιατί ήταν μεν διαφορετική, αλλά βρισκόταν από μικρή στο χωριό, άρα να τη διώξουν δε μπορούσαν, άρα βρήκαν ένα τρόπο να την απομονώσουν. Διότι, worry not, η μισανθρωπιά του Ανθρωπάριου βρίσκει λύσεις πάντα (νάναι καλά τα τσιφλίκια μας κι οι συνήθειές μας).


Έτσι όλοι την έχουν κάνει πέρα κι ησύχασαν.

Σ' αυτή την «ησυχία» κρύβεται όλη η κακία. Η ήσυχη κακία, η αιώνια αρρώστια μας.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε πέντε η ώρα το ξημέρωμα, μόλις είχα τελειώσει να βλέπω την ταινία, με το σκεπτικό ότι ήθελα να έχει ακριβώς αποτυπωμένες τις τοτινές μου σκέψεις, μήπως την επομένη, «νηφάλιος», υποστήριζα ότι οι χαρακτήρες είναι συμβολικοί και ότι δεν είναι όντως τόσο υπερβολικά τα πράγματα (γιατί κατά βάθος είμαι κι εγώ μέρος του βόθρου, χωρίς βέβαια να διατηρώ το παραμικρό μίσος προς το διαφορετικό, αλλά μην αλλάζοντας ουσιαστικά και κάτι.)

Λοιπόν, έχει περάσει καιρός και ακόμα πιστεύω όσο τίποτε ότι ΔΕΝ τους έβαλε συμβολικά. Δεν είναι σύμβολα. Είναι η πραγματικότητα.

Η διαφορετικότητα δεν υπάρχει σαν επιλογή. Είναι εγγενής κατάρα και ανείπωτη προσβολή στην ψεύτικη ηθική, τη διπροσωπία και τη σκατοψυχιά -το μαγαζάκι του καθενός.


Το «άλλο», οτιδήποτε κι αν είναι, θα χάσει.

Ο δυνατός είναι Εκείνος. Ο Σκατάνθρωπος.
Ο Σκατάνθρωπος νικάει. 
Πάντα.