από τη συλλογή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι "La religione del mio tempo"
(Η θρησκεία του καιρού μου)
1961
Ο Π. Π. Παζολίνι στα γυρίσματα του Teorema, 1968
«ΣΕΞ, ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ»
Σεξ, της δυστυχίας παρηγοριά!
Η πουτάνα είναι μια ρήγισσα, ο θρόνος της
είναι ένα ρημάδι. Ένα κομμάτι η γη της
σκατένιου γρασιδιού. Το σκήπτρο πούχει,
μια τσάντα κατακόκκινη: γαβγίζει
μέσα στη νύχτα, βρωμισμένη και άγρια
σαν αρχαία μάνα: προστατεύει
την ιδιοκτησία και τη ζωή της.
Οι νταβατζήδες τρίγυρα σε αγέλες,
πρησμένοι και δαρμένοι, με μουστάκια,
Βρινδήσιοι ή Σλάβοι, είναι ηγέτες,
βασιλείς: στα σκοτεινά σκαρώνουν
εκατό λιρών δουλειές, βουβά το μάτι
κλείνοντας, κάνουν συνθηματικά:
ο αποκλεισμένος σιωπά κόσμος γύρω,
κι αποκλεισμένοι οι ίδιοι απ' αυτόν είναι,
αθόρυβα ψοφίμια αρπαχτικών.
Στου κόσμου τα σκουπίδια όμως γεννιέται
ένας νιος κόσμος: νέοι γεννιούνται νόμοι
όπου νόμος δεν υπάρχει πια, μια νέα
τιμή γεννιέται, όπου τιμή ειν' η ατιμία...
Γεννιούνται εξουσίες και πατρίκιοι
άγριοι σε σωρούς από χαμόσπιτα,
σε μέρη απέραντα εκεί όπου θαρρείς
ότι τελειώνει η πόλη, κι όπου, όμως,
ξαναρχινά, εχθρική, ξαναρχινά
για χιλιοστή φορά, με λαβυρίνθους,
γέφυρες κι εργοτάξια κι εκσκαφές
πίσω απ' των ουρανοξυστών τις τρικυμίες
που ολόκληρους ορίζοντες σκεπάζουν.
Μέσα στου έρωτα την ευκολία,
νιώθει άνθρωπος ο ανθρωπάκος: χτίζει
την πίστη στη ζωή, μέχρι που να
περιφρονάει όσους ζουν αλλιώτικα.
Τα παιδιά στην περιπέτεια ωθούνται
σίγουρα πως είναι σ' έναν κόσμο
που τρέμει αυτά και τη σεξουαλικότητά τους.
Ο οίκτος τους βρίσκεται στην αλυπησιά τους,
η δύναμη στην ελαφρότητά τους,
κι η ελπίδα τους στην απουσία ελπίδας.
Μετάφραση στα ελληνικά:
Άρης Φίλιππας
~
Tags: Pier Paolo Pasolini Πιέρ Πάολο Παζολίνι Regia Director Σκηνοθέτης Ποίηση Ποιητής Ιταλός Italian Poet Poetry Poem Sesso Consolazione Della Miseria Παρηγοριά Της Δυστυχίας Μιζέριας Μετάφραση Μεταγραφή Άρης Φίλιππας Teorema La Religione Del Mio Tempo Η Θρησκεία Του Καιρού Μου 1961
Το Libertarias (ελλ. τίτλος: «Ελευθεριακές» - 1996) του
Vicente Aranda, είναι κάτι πολύ παραπάνω από πολεμικό/πολιτικό δράμα. Εστιάζει
στην εποχή του ισπανικού εμφυλίου και μας παρουσιάζει την παθιασμένη Κοινωνική
Επανάσταση των εργατών απέναντι στους φασίστες του Φράνκο.
Ιστορικά, αυτό που κάνει την ισπανική Επανάσταση ένα
εγχείρημα λαμπρό (παρότι εν τέλει απέτυχε) είναι η ίδια η φύση της. Είναι
Επανάσταση αναρχική, ελευθεριακή, εργατική, χωρίς κόμμα-καθοδηγητή -αλά ΕΣΣΔ- ή
άλλες ιεραρχίες, και ο Vicente Aranda καταφέρνει να παρουσιάσει όλα τα στοιχεία
στα οποία διαρθρώθηκε, πριν από 75 περίπου χρόνια: το πώς έχει γίνει κτήμα του
επαναστατικού λαού η ίση θέση της γυναίκας με τον άντρα, τις επιμέρους
διαφωνίες που μπορεί να είχαν οι αναρχικές οργανώσεις (FAI, CNT, AIT, Columna
Durruti) που όμως τις προσπερνούσαν προκειμένου να πολεμήσουν τον κοινό εχθρό,
που δεν είναι άλλος απ' τον φασισμό και τον κρατισμό, σε όποιο επίπεδο αυτός
εκτείνεται.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ότι, μέσα στην ίδια την Επανάσταση,
οι άντρες και γυναίκες αντιφασίστες κι αντιφασίστριες, δεν σταματούν στιγμή να
πολεμούν κάθε δευτερόλεπτο, ενάντια σε κάθε αστική κανονικότητα (καθημερινός
φασισμός, σεξισμός, ελιτισμός), αλλά και την αντιδραστική εκκλησία-θρησκεία,
προκειμένου να διατηρηθούν τα πηγαία χαρακτηριστικά αυτού του λαϊκού ξεσηκωμού.
Το επαναστατικό υποκείμενο βρίσκει το πρόσωπό του στη
γυναίκα που μάχεται κάθε δευτερόλεπτο υπέρ της ίσης θέσης της παντού, και ο
ενωμένος λαός δεν αφήνει να εισχωρήσουν στοιχεία όπως ο "τακτικός
στρατός" που θα υπονόμευε τις αξίες των ξεσηκωμένων.
Η εικόνα της δεν είναι ψυχρά πολεμική. Είναι στοργική και
ζεστή, έχει τη μυρωδιά του βουνού, του πολέμου ενάντια στην καταπίεση, έχει
κέντρο τον άνθρωπο και ιδανικά όπως η φιλία, η συνεργασία, ο αντιφασισμός, ο
αντικαπιταλισμός, η ταξική πάλη. Ο καταπιεσμένος κόσμος πολεμά ενωμένος και
δακρύζει από συγκίνηση για κάθε νίκη.
Είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, πάνσπερμο αναρχικών ιδεών και
εικόνων, είναι ένα βουκολικό τραγούδι ελευθερίας.
Η Κανέλλη δε συμφωνεί με το σύμφωνο συμβίωσης, γιατί δεν το χρειάζεται η ίδια. Με τη σύζυγό της έχουν υιοθετήσει ένα παιδί και ζουν ευτυχισμένες. Δανείζομαι λοιπόν τους χαρακτήρες και τη γενική ιδέα της πάντα επίκαιρης «Φάρμας των Ζώων» του Τζ. Όργουελ, για να ονομάσω την παραπάνω συμπεριφορά/πρακτική «Σύνδρομο Μπέρκσαϊρ». Ο χαρακτήρας στον οποίο θα δώσω έμφαση είναι ο Ναπολέων. Ο Ναπολέων ήταν, όπως ξέρουμε, το γουρούνι (ράτσας μπέρκσαϊρ) που, μαζί με τα υπόλοιπα ζώα, συνεργάστηκε στο να επαναστατήσουν και να διώξουν τους καταπιεστές αγρότες απ' τη φάρμα. Πήραν λοιπόν την εξουσία τα γουρούνια (ως τα πιο έξυπνα της φάρμας) και φτιάξαν καινούργιους νόμους, που θα ήταν ίσοι για όλα τα ζώα. Έλα όμως που ο Ναπολέων βολεύτηκε στην εξουσία, απέχτησε παραπάνω προνόμια και έκανε τους νόμους όλο και πιο άνισους (υπέρ του «λόμπυ των γουρουνιών», δηλαδή). Σινάμα, κατασυκοφάντησε και εξόρισε τον Χιονόμπαλα, τον έτερο ηγέτη της επανάστασης, ο οποίος ήταν μεν γουρούνι κι αυτός, αλλά μετά το πέρας της επανάστασης, έβλεπε στην νέα εξουσία την αδικία να μεγαλώνει και κατέκρινε τον Ναπολέοντα. Εν ολίγοις, ο Ναπολέων έστησε με τα υπόλοιπα γουρούνια τη δική του δικτατορία και στο τέλος απέκτησε και ανθρώπινες συνήθειες. Συνοψίζοντας: Ο Ναπολέων αρχικά ανήκε στο κατώτερο στρώμα, στερούνταν ελευθερίας και δικαιωμάτων, όμως όταν βολεύτηκε στην εξουσία, εκμεταλλεύτηκε την ανώτερη θέση του και φυσικά περιφρονούσε τα (καινούργια) αιτήματα της υπόλοιπης φάρμας. Έγινε αγρότης στη θέση του αγρότη. Φυσικά, όπως κάθε βολεμένος και πονηρός, διαρκώς μαινόταν για το πόσο πάλευε για την φάρμα και μη τα συζητάς τι φιλολαϊκή πολιτική ασκούσε. Κάπως έτσι, λοιπόν, είναι και η Κανέλλη, και άπαντες οι κανελλίζοντες και άπασες οι κανελλίζουσες. Αυτή την στιγμή δεν την ενδιαφέρουν τα δικαιώματα των -υπόλοιπων- ομοφυλοφίλων, γιατί η ίδια ως ομοφυλόφιλη, βρήκε τρόπο να ζει ελεύθερα, άρα ποιος χέστηκε για τους υπόλοιπους;
Είναι περίπου αντίστοιχο με το φαινόμενο των δεξιών κυράδων. Λέμε, για παράδειγμα: «πώς γίνεται μία γυναίκα να υποστηρίζει την Δεξιά, η οποία Δεξιά είναι σταθερά κόντρα στα δικαιώματα της γυναίκας και στηρίζει μια πατριαρχική κοινωνία;» Και λέω «σχεδόν αντίστοιχο», γιατί η δεξιά κυρά(τσα), δεν βρισκόταν ποτέ σε κατώτερο στρώμα. Ήταν πάντοτε βολεμένη, είχε την ελευθερία των επιλογών της ως «αστικιά», άρα δεν την ενδιαφέρει το να διεκδικήσει τα ίδια δικαιώματα για τις υπόλοιπες γυναίκες.
Αυτό, που αποτελεί τροποποίηση του «Συνδρόμου Μπέρκσαϊρ», το ονομάζω «Σύνδρομο της Κυράτσας», όχι με έννοια σεξιστική, μα μόνο για τη χρηστικότητα του όρου.
Δεν ξέρω πραγματικά τι να γράψω, ή μάλλον τι να πρωτογράψω, για την ταινία «Ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού (2002). Είναι ίσως η πρώτη φορά, και δεν υπερβάλλω καθόλου, που με γαμάει ανάποδα ψυχολογικά μια ταινία. Σε πέντε γραμμές τα κινηματογραφικά, για να πάω στο ζουμί που μας καίει: ο Γραμματικός υπογράφει χωρίς τρελές σκηνοθετικές πρωτοτυπίες, ένα πίνακα με την πιο αποκρουστική ζωγραφιά, το ανθρώπινο μίσος. Τα πλάνα του είναι πολλές φορές κοντινά και υποκειμενικά, όχι με κάποιο ιδιαίτερο βλέμμα, πάντως με ματιά διαπεραστική και συναισθηματική. Οι ηθοποιοί είναι ένας κι ένας. Έπαθα την πλάκα μου, δεν υπάρχει ούτε μισός κομπάρσος που να μην παίζει καλά. Διαμάντια ο Μουρίκης, η Λαμπροπούλου, ο Χατζησάββας (τι θεός θεέ μου), ο Γιωτόπουλος, ο Ζουγανέλης, η Βαγενά. Σεναριακά είναι 100% πετυχημένο, χωρίς υπερβολές (πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις) και η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι υ-πο-βλη-τι-κή, πότε με ηλεκτρισμένες λούπες, πότε με μυστήρια λαγούτα, κιθάρες και τρομπέτες. Μόνο σκηνοθετικά κωλώνει λίγο και δεν πειραματίζεται, αλλά καλύτερα κιόλας, γιατί δεν αποσπάται η προσοχή απ' τον καθρέφτη που υψώνεται μπροστά μας. (Τελικά βγήκαν 25 γραμμές, δεν πειράζει) Ο «Βασιλιάς» λοιπόν είναι ένα παραμύθι (χα.. για φαντάσου!) ελληνικότατο, με την πλήρη συνταγή: ξενοφοβία, ρατσισμός, σεξισμός, υποκρισία, ομοφοβία, ψευτιά, απανθρωπιά, διπροσωπία, κακία, μίσος, μικροπρέπεια, μικροψυχία, εχθρότητα, ιδιοτέλεια, συμφέρον, χρηματολαγνεία, μικροαστισμός, μισανθρωπισμός, πονηριά, κουτοπονηριά, ατιμία, επιθετικότητα, ηλιθιότητα, κυρπαντελισμός, βλαχοδημαρχισμός, αρνητισμός, μικροπολιτική, διαφθορά, στενομυαλιά, συντηρητισμός, δολιότητα, αμορφωσιά, αγένεια, αφιλοξενία, ταμπού, καθωσπρεπισμός, φαρισαϊσμός, απαιδευσιά. Η ιστορία έχει ως εξής: ο Βαγγέλης βγαίνει απ' τη φυλακή όπου βρισκόταν χρόνια για διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Η ζωή του με πάρα πολλά μπλεξίματα και υποθέσεις μισοτελειωμένες, έχει αποφύγει να κάνει φιλίες, ο πατέρας του δεν ζει, κι η (θετή) μάνα του ίσα που τον δέχεται. Μέχρι που αποφασίζει να την κάνει με ελαφρά απ' την πόλη και να μείνει στην επαρχία, συγκεκριμένα σε ένα κωλοχώρι κάπου στην Αχαΐα, ξεχασμένο από θεό και διάολο. Εκεί θα μείνει σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, που είχε φτιάξει και ζούσε ο παππούς του πριν χρόνια. Φτάνει στο χωριό, βλέπει το σπίτι, αρχίζει να το επισκευάζει και προσπαθεί να προσαρμοστεί. Η ζωή σε μια κλειστή κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με αυτό που φανταζόταν. Οι κάτοικοι τον κοιτούν περίεργα, ο (παραλίγο καλόψυχος) αστυνόμος γυροφέρνει στο σπίτι του και ρωτάει διάφορα, κι αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται ανεπιθύμητος απ' το χωριό. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί διαταράσσει την χωριάτικη κανονικότητα, χωρίς φυσικά να κάνει τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία. Αρκεί που εμφανίστηκε μια ξένη φάτσα. Δυοτρείς απ' το χωριό του έχουν δείξει κάποια συμπάθεια, αλλά κι αυτή μετρημένη. Με τον καιρό, για διάφορες αφορμές, οι κλίκες του χωριού αρχίζουν και διαμορφώνουν ένα αίσθημα μίσους προς αυτόν, προσπαθούν να τον κάνουν να φύγει. Ύστερα πάει να τον βρει κι η κοπέλα με την οποία ήταν πριν μπει στη φυλακή, και που φυσικά οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο Βαγγέλης καταφέρνει να βρει δουλειά σα μάστορας με κάτι Αλβανούς που ήταν στη δούλεψη μερικών μικρογαιοκτημόνων, κι όσο περνάει ο καιρός, βλέπουμε έναν προς έναν ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. -> Ο βλαχοδήμαρχος που θεωρείται ο "πρώτος του χωριού" και ξαφνικά βλέπει να μετατοπίζεται το ενδιαφέρον σε ένα άλλο πρόσωπο. -> Αυτός που έχει το καφενείο, καπνίζει πούρο και είναι γενικά πρώτη μούρη. Όλα περνάνε απ' την επίβλέψη του. -> Ο βλάχος με τον χωριάτικο τσαμπουκά, που επειδή έχει μεγαλύτερο σπίτι απ' τους άλλους, είναι αυτομάτως και σε περίοπτη θέση κοινωνικά. -> Ο μπάτσος που έχει αποσπαστεί στην επαρχία, προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες, αλλά μη μπορώντας ποτέ να βοηθήσει ουσιαστικά, εξαρτώμενος από οικονομικά μικροσυμφέροντα του χωριού. -> Η "τρελή" του χωριού. -> Οι Αλβανοί του χωριού, στη δούλεψη των μπαρμπάδων, τους δανείζει ο ένας στον άλλο σαν μηχανήματα. -> Οι ίδιοι Αλβανοί που, παρόλο που τους μεταχειρίζονται σαν αντικείμενα, θεωρούν ότι έχουν τουλάχιστον ΚΑΠΟΙΑ θέση ανάμεσα στον κόσμο, και δεν γουστάρουν να μπλέκονται άλλοι στις δουλειές τους. -> Ο "ήσυχος" του χωριού, που μπορεί να έχει καλή πρόθεση, παρασέρνεται όμως απ' την μισανθρωπιά των υπολοίπων. -> Ο τσαμπουκάς του χωριού που γουστάρει φασαρίες. Όλοι αγαπημένοι επιφανειακά, καλοκάγαθοι, όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία και φοράνε τα καλά τους, άνθρωποι εκ πρώτης όψεως συμπαθητικοί. Κι όλοι, όμως, διώχνουν λιγότερο ή περισσότερο τον «κίνδυνο» που λέγεται Βαγγέλης. Άνθρωποι που ψάχνουν φασαρίες με οτιδήποτε καινούργιο, άνθρωποι που έχουν φτιάξει τις κλίκες τους, άνθρωποι που έχουν στήσει τα κολπάκια τους για να βγάζουν φράγκα παράνομα. Ο Βαγγέλης δε τους ενοχλεί καθόλου. Πήγε κι άρχισε να μαστορεύει το σπίτι του και να φυτεύει τις ντομάτες του σε μια προσπάθεια να κάνει μια άλλη ζωή. Αλλά δεν του δίνεται η ευκαιρία. Διότι, θα σας πω ένα μυστικό: σ' αυτόν τον μικρόκοσμο που οι κομπίνες είναι παντού στημένες κι η φωνή τους κρώζει σκιάζοντας οποιαδήποτε άλλη, η διαφορετικότητα δεν έχει θέση. Πρέπει να φύγει, με το καλό ή με το κακό (μαντέψτε ποιο διαλέγουν συνήθως). Θα την έλεγα και προφητική αυτή την ταινία. Το σενάριο «μια τεράστια κλίκα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να διώξει απ' τον τόπο της τον Βαγγέλη, έναν διαφορετικό άνθρωπο που δεν πείραξε ποτέ κανέναν» σας θυμίζει, μήπως, τίποτα; Δεν υπάρχει θέση για την διαφορετικότητα σ' αυτό τον κόσμο. Δεν χωράνε οι Βαγγέληδες σ' αυτό τον κόσμο. Σ' αυτόν το γαμώκοσμο όπου οι κοινωνίες φαίνονται τόσο αγαπημένες, μα στην πραγματικότητα κρύβουν την πιο αηδιαστική και σιχαμερή υποκρισία. Η πρώτη εικόνα που αντικρύζει κατά την έλευσή του: οι κάτοικοι του χωριού έχουν σκοτώσει έναν λύκο, τον έχουν φορτώσει πάνω σ' ένα αγροτικό και όλα τα αμάξια του χωριού πάνε γύρω γύρω απ' την πλατεία κορνάροντας να γιορτάσουν το κατόρθωμα, ενώ οι υπόλοιποι βλάχοι απ' το καφενείο πετάνε εικοσάρικα πάνω στο πτώμα του λύκου. Στον λύκο, ρε μαλάκα! Γιορτάζουνε τα ανθρωπάκια που σκοτώσανε το ζωντανό. Αιτία γιορτής και χαράς, φυσικά. Και το μίσος υπάρχει απ' το πρώτο βλέμμα. Δεν χρειάζονται αφορμές. «Με αυτόν δεν θα τα πάμε καλά» είναι η πρώτη ατάκα που λέει ο τσαμπουκαλεμένος βρωμόβλαχος, βλέποντας τον Βαγγέλη. Α, τον λένε και αδερφή επειδή έχει μακριά μαλλιά. «Δεν είναι αυτός να μπλέκει μαζί μας.» Γιατί; Γιατί έτσι, λέμε. Γιατί πιο πολύ απ' τα τριφύλλια και τα χορτάρια στο χωριό, βαθιά ριζωμένα στη γη είναι η ξενοφοβία και το μίσος. Μίσος, ρε! Ξέρετε τι θα πει μίσος; Στο έργο αυτό, κανένας χαρακτήρας δεν είναι παραπανίσιος, κανένας δεν είναι υπερβολικός, κανένας δεν είναι άχρηστος. Ένας προς έναν, είναι όλοι τους χαρακτηριστικό δείγμα της διπροσωπίας και της υποκρισίας, της παντοτινής ταυτότητάς μας. Σφάξαμε τον λύκο, ας σφάξουμε και τον Βαγγέλη, να βάλουμε τα καλά μας να πάμε να ανάψουμε ένα κεράκι στην εκκλησά, σαν καλοκάγαθοι χριστιανοί (γαμώ το χριστό σας). Ήρθε αυτός και μας αναστάτωσε, ας τον διώξουμε να επιστρέψουμε στην ησυχία μας. Ποια ησυχία; Την ήσυχη ρεμούλα, τα παράνομα μπετά, τα ψεύτικα χαμόγελα, τις φτιαχτές φιλίες, τα πισωμαχαιρώματα, το «σπιτάκι μας με τον Αλβανό μας», την κανονικότητα μιας παρηκμασμένης, ξεφτυλισμένης σύμβασης, με φόντο ένα κρυμμένο χωριό, τυλιγμένο στο πράσινο, που έχουμε καταφέρει να φέρουμε στα (απ)ανθρώπινα μέτρα μας. Καταφέραμε να εδραιώσουμε την ασχήμια και γουστάρουμε να τη διατηρήσουμε έτσι. Οι ειρωνείες δίνουν και παίρνουν: η «τρελή» του χωριού, είναι κι η μόνη που ίσως έχει καλή ψυχή. Ξέρετε γιατί την αποκαλούν «τρελή»; Γιατί ήταν μεν διαφορετική, αλλά βρισκόταν από μικρή στο χωριό, άρα να τη διώξουν δε μπορούσαν, άρα βρήκαν ένα τρόπο να την απομονώσουν. Διότι, worry not, η μισανθρωπιά του Ανθρωπάριου βρίσκει λύσεις πάντα (νάναι καλά τα τσιφλίκια μας κι οι συνήθειές μας). Έτσι όλοι την έχουν κάνει πέρα κι ησύχασαν. Σ' αυτή την «ησυχία» κρύβεται όλη η κακία. Η ήσυχη κακία, η αιώνια αρρώστια μας. Το κείμενο αυτό γράφτηκε πέντε η ώρα το ξημέρωμα, μόλις είχα τελειώσει να βλέπω την ταινία, με το σκεπτικό ότι ήθελα να έχει ακριβώς αποτυπωμένες τις τοτινέςμου σκέψεις, μήπως την επομένη, «νηφάλιος», υποστήριζα ότι οι χαρακτήρες είναι συμβολικοί και ότι δεν είναι όντως τόσο υπερβολικά τα πράγματα (γιατί κατά βάθος είμαι κι εγώ μέρος του βόθρου, χωρίς βέβαια να διατηρώ το παραμικρό μίσος προς το διαφορετικό, αλλά μην αλλάζοντας ουσιαστικά και κάτι.) Λοιπόν, έχει περάσει καιρός και ακόμα πιστεύω όσο τίποτε ότι ΔΕΝ τους έβαλε συμβολικά. Δεν είναι σύμβολα. Είναι η πραγματικότητα. Η διαφορετικότητα δεν υπάρχει σαν επιλογή. Είναι εγγενής κατάρα και ανείπωτη προσβολή στην ψεύτικη ηθική, τη διπροσωπία και τη σκατοψυχιά -το μαγαζάκι του καθενός. Το «άλλο», οτιδήποτε κι αν είναι, θα χάσει. Ο δυνατός είναι Εκείνος. Ο Σκατάνθρωπος. Ο Σκατάνθρωπος νικάει. Πάντα.
Τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζω μια δυσκολία να απαντήσω στην ερώτηση «τι μουσική ακούς;». Ανέκαθεν η απάντησή μου ήταν απλούστατη και απλοϊκότατη: «κλασσικό ροκ». Κλασσικό ροκ έλεγα, και ξεκαθάριζε το τοπίο ρε παιδί μου. Φανταζόταν ο άλλος Μπιτλς, Ντορς, Κουίν, Ντεφ Λέπαρντ και δε συμμαζεύεται.
Όμως πάντα το έλεγα με ένα δισταγμό, κι αυτό γιατί πάντοτε είχα τα αυτιά μου ανοιχτά και σε άλλα μουσικά είδη, σε μερικά απ' τα οποία αφιέρωνα ώρες και ώρες ακρόασης.
Κάτι μήνες απ' τη ζωή μου τους είχα φάει ακούγοντας κάθε νότα που έχει τραγουδηθεί απ' τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Είχα μια λατρεία ρε παιδί μου. Άλλες απολαμβάνοντας τον Λιστ.
Τώρα που το σκέφτομαι, βάλτε αυτό να παίζει όσο θα διαβάζετε, είναι καλό.
Υπάρχει γενικά μια «μάχη» στην ελληνική μουσική σκηνή, μεταξύ των ποιοτικών και των εμπορικών. Των έντεχνων και των σκυλάδων. (Α, να σημειώσω: στην ελληνική σκηνή θα επικεντρωθώ, που τα χαρακτηριστικά της μου είναι πιο γνωστά). Το παράδοξο της παραπάνω μάχης, είναι ότι γίνεται ένα διαχωρισμός έντεχνου και σκυλάδικου, ο οποίος αν και έχει μια πρώτη υφή αντίθεσης, στην ουσία δεν έχει νόημα, αφού δεν είναι το ένα αντίθετο απ' το άλλο. Το αντίστοιχο δίπολο από άποψης ηλιθιότητας θα ήταν: «πατάτες ή πορτατίφ».
Προσέξτε να δείτε.
Το σφάλμα της αναπαραγωγής στερεοτύπων, είναι αποκλειστικά δικό μας: δεν έχομε καταλάβει τι διαχωρίζομε, τι σχολιάζομε, πού αναφερόμαστε, τι λέμε. Βρισκόμαστε σε σύγχυση συνεχώς! Τα μπουρδουκλιάζομε όλα μαζί, και τσουπ! Βγήκε η ατάκα που μας προσδιορίζει: «εγώ δεν ακούω Πάολα και Παντελίδη, ακούω ποιοτικά: Κότσιρα, Αλκίνοο και Χαρούλη».
Οι δύο απόψεις στη μουσική που έχουν πράγματι μια υφή αντίθεσης, και θα άξιζε να μελετήσομε το πώς αντικρούονται, είναι οι εξής: «η μουσική είναι μία» και «δεν είναι όλες οι μουσικές ίδιες».
Κατά το προσφιλές μου συνήθειο, θα προσπαθήσω να την ψάξω αλλιώτικα τη φάση.
Η μουσική είναι μία, πράγματι. Εφτά είναι οι νότες. Εφτά νότες χρησιμοποιεί και ο Στέλιος Μπικάκης, εφτά νότες κι ο Dave Mustaine.
Αν είναι έτσι όμως τα πράγματα, πώς γίνεται να υπάρχει το ροκ, το μέταλ, το λαϊκό, το ρεμπέτικο και το δενξερωγωποιό;
Μήπως ο στίχος είναι η λέξη-κλειδί;
Μια αυθόρμητη απάντηση που λαμβάνομε ή γεννάμε, όσο μπαίνομε βαθύτερα σ' αυτόν τον προβληματισμό, είναι ότι: ο στίχος/ο στιχουργός είναι αυτός που ξεχωρίζει το καθένα απ' το άλλο. Πώς θα χρησιμοποιήσομε αυτή τη σκέψη; Υπάρχουν διάφορες απόψεις, θα τις εκθέσω ταξινομώντας τες ανάλογα με το πόσο συχνά τις ακούω: 1. Η αξία του στιχουργού καθορίζεται απ' τον καλλιτέχνη που δίνει το στίχο του.
Ας υποθέσομε λοιπόν ότι ο Λε.Πα που έχει γράψει για την Αλεξίου, τον Μητσιά και τον Διονυσίου είναι ένας ποιοτικός στιχουργός, κι ο Νεκτάριος Μπήτρος που έχει γράψει για την Άντζελα Δημητρίου, τον Ζαφείρη Μελά και τον Sotis Volanis είναι για τον πούτσο.
Ο πρώτος έχει γράψει για τον Κότσιρα, αλλά και για τον Σάκη Ρουβά, ο δεύτερος για τον Παπακωνσταντίνου αλλά και για τον Πλούταρχο, ο τρίτος για τον Μητροπάνο αλλά και για τον Ησαΐα Ματιάμπα. Now what? Ντάξει, θα μου πεις, υπάρχει κι ο μεγάλος Ζούδιαρης ή ο Γκάτσος που έχουν τραγουδηθεί μόνο από πχιοτικούς.
Στην τελική, μήπως είναι αφελές να πούμε ότι η αξία του στίχου οφείλεται στην επιλογή του τραγουδιστή;
Διότι, σα τσιγκλίσουμε την παραπάνω προβληματική, θα πρηστεί και θα τουμπανιάσει:
Ο Μάνος Ελευθερίου, είναι ένας στιχουργός-ποιητής με αποδεδειγμένη αξία, που εδώ και 50 χρόνια έχει στήσει μια «αυτοκρατορία» έχοντας γράψει για τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Ξυλούρη, τον Μητροπάνο, τον Καλογιάννη, τον Θηβαίο, τον Μητσιά, την Αλεξίου, τον Τσακνή, τον Λέκκα, τη Γλυκερία, τον Θαλασσινό, τον Μεράντζα, τον Ακατανόμαστο και δεν έχει τελειωμό, εντούτοις τα τελευταία χρόνια έκανε μια ...στροφή και έγραψε τραγούδια για τον Ψινάκη και την Καλλιόπη ανπαςμεάλλη Ζήνα. Μάλιστα, θεωρεί πια τον Πλούταρχο εξαιρετικό, όπως και τον Οικονομόπουλο. Και ναι, μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο που έγραψε πριν 45 χρόνια τα Λόγια και τα Χρόνια και το τραγούδησε ο Αρχάγγελος και σηκώθηκαν οι τρίχες και των αποτριχωμένων. Αυτός λοιπόν, όταν έγραψε για τον Ψινάκη, ξαφνικά έχασε την αξία που είχε όλα αυτά τα χρόνια; Είναι «λιγότερο καλός» τώρα;
Θα μου πεις είναι περίπτωση αυτός, ξεμωράθηκε, ήθελε λεφτά και δεν ξέρω 'γω τι.
Και θα σου πω εγώ: ο Σπύρος Γιατράς που έχει γράψει φανταστικά κομμάτια του Στράταρου του Διονυσίου, αλλά και ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών της Πάολας, του Notis Fasistakis και του Κιάμου, τι είναι; Καλός ή κακός;
Μήπως είναι καλός μόνο όταν γράφει για καλλιτέχνες που έχουν αποχτήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ταμπέλα του «μεγάλου, άρχοντα τραγουδιστή», και κακός όταν γράφει για τον Μαζωνάκη;
Επομένως, δε νομίζω οι στιχουργοί να χαρακτηρίζονται απ' τους καλλιτέχνες τους οποίους επιλέγουν να δώσουν τα τραγούδια τους. 2. Η αξία του στιχουργού καθορίζεται απ' το ίδιο το έργο του. Εάν είναι καλοί ή κακοί δηλαδής. (Φανταστείτε ειρωνεία: αυτό που είναι το πιο προφανές, το ακούω λιγότερο απ' το πρώτο!): Και τι κάνει, παππού, έναν στιχουργό καλό ή κακό; Έναν «πχιοτικό» κι έναν μη;
Η αυθόρμητη απάντηση του εμπαθούς θιασώτη των μουσικών ταμπελών θα ήταν η εξής: ο στίχος «έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε / είμαστε, λέει, το παρατράγουδο στα ωραία άσματα» είναι ποιοτικός, ενώ ο στίχος «πέρνα κι εσύ, όπως πέρασαν κι άλλες / πέρνα κι εσύ, κάνε τη ζωή μου σκάλες» είναι μη ποιοτικός. Ας το σκεφτούμε χωρίς τη σύνδεση με τους τάδε τραγουδιστές, είναι λέξεις σε σειρά, από την ίδια τράπεζα λέξεων.
Ενδεχομένως μερικές λέξεις όπως «πεμπτουσία», «όνειρο», «άγγελος» να ακούγονται πιο ωραίες, σε σχέση με άλλες όπως «τασάκι», «σκατά» και «λάσπη». Εντούτοις, πέρα απ' το ότι αυτό δεν έχει καμία αξία μιας και βρίθει ηλίθιας υποκειμενικότητας κι αφού φυσικά πάντοτε μετρά ο στόχος του στίχου και πώς λειτουργούν οι λέξεις στην επίτευξή του, μπορούμε ασφαλώς να ειπούμε ότι δεν υπάρχουν εμπορικές και ποιοτικές λέξεις.
Κι επειδή θέλω να σας κουράσω, θα το stretch κι άλλο: Ναι, πουλάκια μου, η εικόνα που δημιουργούμε στο μυαλό μας ακούγοντας ή διαβάζοντας τη λέξη «παράδεισος» είναι σαφώς πιο όμορφη απ' αυτή που δημιουργούμε με τη λέξη «κουράδα», όμως όταν εγώ πάω να γράψω ένα ποίημα, ένα στίχο, ένα κάτι, θα θελήσω να εκφράσω κάτι συγκεκριμένο, ένα συναίσθημα ή μια σκέψη, για το οποίο θα επιστρατεύσω πάλι ένα μέσο συγκεκριμένο (πεσσιμισμός, αισιοδοξία, χαρά, κριτική, ειρωνεία κ.ο.κ), και επιλέγοντας, για παράδειγμα, να γράψω κάτι σατυρικό, μπορεί η λέξη «σκατά» να είναι πιο "χρήσιμη" γι' αυτό που θέλω να πω, και το αισθητικό αποτέλεσμα να βγει πολύ καλύτερο ενώ με μια άλλη λέξη να 'βγαινε πιο ...σκατένιο (!).
Άρα αυτό, σύμφωνα με την παράλογη λογική των "άσχημων και όμορφων λέξεων", θα ήταν ένας λόγος για να χαρακτηριστώ κακός στιχουργός; Κάτι τέτοια λέγανε και για τον Σουρή στην εποχή του, και 160 χρόνια μετά, μας έχει κάνει διπλή προσπέραση και οδεύει για γκολ.
Άσε το άλλο, όταν η ίδια «καλή» λέξη χρησιμοποιείται σε δύο διαφορετικά είδη, τι γίνεται; Π.χ η λέξη «όνειρο» (ε ρε τι πάθαμε):
Όταν ο Αλκίνοος τραγουδάει «θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει / και τ' όνειροπάλι την αλήθεια θα σώσει» είναι ψαγμένος και ποιοτικός, ενώ όταν η Βίσση τραγουδάει «σ' ένα όνειροσυναντηθήκαμε / μα πες μου πως δεν είναι λάθος, ένα ακόμη λάθος» είναι εμπορικιά και του πεταματού; Το όνειρο του Αλκίνοου είναι ανώτερο απ' το όνειρο του Καρβελίτο;
Ε, δε νομίζω.
Φυσικά θα μου πεις το ψειρίζεις πάρα πολύ, δεν είπε κανείς ότι συγκεκριμένες λέξεις είναι ωραίες και άλλες άσχημες, κι ότι ο Θανάσης που χρησιμοποιεί τη λέξη «κεχριμπάρι» είναι καλύτερος απ' τον Βέρτη που δε τη χρησιμοποιεί. Το ξέρω ότι το ψειρίζω πολύ, εξεπίτηδες το κάνω.
Μια άλλη άποψη που θα μπορούσαμε να πιάσομε στο θέμα του στίχου, και που θα είχε πιο πολύ νόημα απ' την παραπάνω, είναι ότι: δεν είναι οι λέξεις καθαυτές που κάνουν κάτι διαφορετικό απ' το άλλο, αλλά το στυλ όλου του στίχου.
Δηλαδή ότι ένα «καψούρικο» είναι χαμηλής ποιότητας, ενώ ένα που μιλάει για τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας είναι υψηλής. Κάτσε ρε κοπελιά, ο Καρράς δηλαδή δεν δικαιούται να τραγουδήσει κάτι για την παιδική του ηλικία, επειδή τραγουδάει συνέχεια καψουρομαλακίες;
Και δηλαδή, με αυτή τη λογική, θα πρέπει να υπάρχει μια ταξινόμηση στα θέματα για τα οποία θα επιλέξεις να γράψεις; Θέματα ποιοτικά και θέματα χωρίς ποιότητα; Π.χ να αξιολογούνται κάπως έτσι από το χειρότερο στο καλύτερο:
5. Καψούρα
4. Χωρισμός
3. Έρωτας
2. Θάνατος
1. Όνειρα
Άντε βγάλε άκρη. Ο μόνος που θα συμφωνήσει με αυτή την ταξινόμηση θα 'σαι εσύ.
De facto δε γίνεται να υπάρξει ευρεία συμφωνία για το ποιο θέμα είναι πιο ποιοτικό απ' το άλλο. Στο κάτω κάτω, η ποιότητα δεν είναι αυτόνομη έννοια που σημαίνει το ίδιο πράγμα και out of context, είναι πάντοτε σχεσιακή!
Και φυσικά έχει πολλή περισσότερη ποιότητα, ή μάλλον έχει ποιότητα η Αγάπη του Καρυωτάκη απ' το Στήθος ή Μπούτι της Πέπης Τσεσμελή. (btw στο βιντεοκλίπ παίζει ο αδερφός του Μπουμπούκου)
Δεν το συζητάμε αυτό. Και σε γενικές γραμμές, σε μια εποχή που έχει χαρακτηριστεί από την ευρεία δημιουργία πεταμένων καψουροτίποτα, το να βγαίνει ο Θανάσης και να γράφει για τον Χομαγιούν και τον Βακάρ, δυο Πακιστανούς που προσπαθώντας να απεγκλωβίσουν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που είχε σκοντάψει στις ράγες του τρένου, βρήκαν γρήγορο και άδικο θάνατο, εξυμνώντας έτσι αυτούς τους δύο ήρωες που χάρισαν τη ζωή τους, σε μια πράξη ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑΣ, είναι κάτι το αφυπνιστικό.
Κάτι το ξεχωριστό. Κάτι το βεβαίως ποιοτικό. Τέλος πάντων, εδώ είναι, κάντε ένα πωζ στον Λιστ, κι ακούστε το να καυλώσετε.
Αν συνεχίσομε να σκεφτόμαστε ότι τα φταίει ο στίχος, θα πρέπει να το πάμε πολύ πίσω, στον άξονα της θεματολογίας του στιχουργού. Ο Έρωτας π.χ, θα είναι πάντα ένα όμορφο θέμα για το οποίο θα νιώθομε την ανάγκη να γράψομε και να τραγουδήσομε κάτι.
Κι η καψούρα, δηλαδή η επιθυμία του άλλου, σε συνδυασμό με τον πόνο που μπορείς να λάβεις έχοντας απορριφθεί απ' τον άλλο ή αντίθετα την εκπλήρωση της επιθυμίας, θα αποτελούν πάντα θέματα απ' την καθημερινή ζωή, για τα οποία πάντα θα εκφράζομε τα συναισθήματά μας.
Αδιαμφισβήτητο είναι ότι τίθεται πάντοτε το θέμα της καλογουστιάς ή της προχειρότητας, η οποία όμως και πάλι είναι υποκειμενική: για μένα δηλαδής, όταν ο Λουδοβίκος των Ανωγείων γράφει για τον Έρωτα, έχομε να κάνομε με ένα μουσικό τιμαλφές! Αντιθέτως, όταν γράφει ο Παντέλας, νιώθω την ανάγκη να ξεράσω απ' τα μάτια, και ο εμετός μου να κάνει κι αυτός εμετό. Μα ο έμετος δεν είναι λόγω "πρόχειρου" στίχου. Τσέκαρε:
Οι ρεμπέτες πριν 95 χρόνια, γράφανε για τη μαστούρα, τον αργιλέ, την καψούρα, τη φυλακή, τους διωγμούς κλπ, με ένα πολύ άμεσο τρόπο. Και βεβαίως, αυτή η αμεσότητα δεν τους έκανε υποδεέστερους από κάτι ποιητές που λέγανε για λιβάδια, παραδείσους και ναζεικανειςηναμηζεί. Αλίμονο αν καταντήσομε να θεωρούμε την αμεσότητα ενός τραγουδιού «τετριμμένη» επειδή δεν απορρέει ψαγμενιά (που, η ειρωνεία είναι ότι όσοι τη βιάζουν για να βγει, καταλήγουν σε κάτι τέτοιες σάχλες).
Περνάω απ' την άλλη μεριά, να κάνω το δικηγόρο του διάολα: δεν ισχυρίζεται κανείς ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί στιχουργοί:
Η διαφορά μεταξύ αυτών που κάνανε καριέρα γράφοντας σε 5 λεπτά λέξεις που κάνουν ομοιοκαταληξία μεταξύ τους ή πρήζοντάς μας το πουλί με τα ίδια και τα ίδια, και αυτών που κάτσανε και ασχολήθηκαν να καταπιαστούν με κάποιο θέμα με τρόπο όχι συνηθισμένο και βαρετό αλλά δημιουργικό και ταξιδιάρικο, και βγάλανε αριστουργήματα, είναι και θα είναι πάντα διακριτή.
Να δεις που τελικά η μουσική τα φταίει!
Ας υποθέσομε όμως ότι δε φταίει ο στίχος για τον διαχωρισμό, κι ότι φταίει η μουσική, η μελωδία.
Εδώ κι αν έχει ψωμί το πράμα.
Ότι ένα τσιφτετέλι δηλαδή, είναι κατώτερο από μια ροκ μπαλάντα. Το ένα ανήκει στις «εμπορευματοποιημένες μπούρδες» ενώ το άλλο στα «μελωδικά αριστουργήματα».
Ain't that a huge pile o' crap, or what? Δηλαδή η Βιτάλη που τραγούδαγε τσιφτετέλια είναι σκυλού ενώ η Αλίκη Καγιαλόγλου είναι ποιοτικιά; Guess what: η Βιτάλη γαμάει, κι η Καγιαλόγλου σπέρνει. Και γιατί δηλαδή το τσιφτετέλι να είναι υποδεέστερο;
Γιατί στοχεύει στην διασκέδαση και μόνο, θα μου πεις. Ενώ η μπαλάντα με τον ήσυχο ρυθμό της θα σε κάνει να δώσεις περισσότερη έμφαση στο στίχο, να ηρεμήσεις, να φιλοσοφήσεις, να κατουρήσεις. Ναι αλλά ο άνθρωπος δεν είναι οντότητα που έχει μόνο μια ανάγκη, το να ηρεμεί πχ. Έχομε ανάγκη να διασκεδάζομε, να χορέψομε, να ερωτευτούμε, να διαμαρτυρηθούμε, να βρίσομε, να να να... Και επίσης αυτό που θα μπορούσε κάποιος να πει, ότι δηλαδή ένα τσιφτετέλι εκ των πραγμάτων έχει και στίχο για πέταμα, δεν ισχύει με κανένα αηγεράσιμο.
Αν και αυτό είναι, πάλι, εντελώς υποκειμενικό. Για μένα το άμεσο και αληθινό «Μην περιμένεις πια» του Καλδάρα, πιο ωραίο στίχο έχει απ' το πομπώδες και επιτηδευμένο «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο» των Πυξ Κλαψ. Τσιφτετέλι - μπαλάντα, σημειώσατε 1.
«Άντε βρε γελοίε που θα βγάλεις ίδια την Μελινάρα με τη Φουρέιρα». Ναι ντάξει μαζί σου.
Κι εγώ κατουράω Φουρέιρα αβέρτα, και αγαπώ την Κανά όσο δεν πάει, αλλά στην αποδόμηση των στερεότυπων πρέπει να 'χομε μια ορθολογικότητα, γκαντ ντέμεντ. Ειδικά στα ζεϊμπέκικα να δεις τι γίνεται. Και ο Άσιμος και ο Οικονομόπουλος σε 9/8 τραγούδησαν, άρα μάλλον δεν είναι η μουσική καθαυτή που κάνει κάτι πιο ποιοτικό ή πιο καλόγουστο απ' το άλλο. (Ντάξει για το τελευταίο παράδειγμα άνετα μου καίνε το σπίτι αλλά δεν πειράζει, βίβερε περικωλοσαμέντε.)
Πάντως, το ότι υπάρχουν είδη μουσικής δεν (θα 'πρεπε να) τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Όλοι, θαρρώ, μπορούμε να αντιληφθούμε τη διαφορά του ήχου του καθενός. Και απ' αυτή τη γενική κι αυθόρμητη διαπίστωση, αν εμβαθύνομε, θα δούμε την τεράστια σημασία της ενορχήστρωσης ενός τραγουδιού.
Ντάξει, έχεις γράψει τις νοτούλες σου, ξέρεις πάνω κάτω αν θα 'ναι αργό ή γρήγορο, αλλά δεν έχει ενταχθεί ακόμα κάπου, πριν το ενορχηστρώσεις. Οι ίδιοι στίχοι του Αλκαίου στο Πόρτο Ρίκο, αν είχαν ενορχηστρωθεί διαφορετικά, θα μπορούσαν να ήταν ένα υπέροχο ζεϊμπέκικο!
Τα μουσικά όργανα που θα χρησιμοποιηθούν είναι το κλου της υπόθεσης. Γι' αυτό το ροκ έχει τις ηλεκτρικές κιθάρες, το μέταλ τα έντονα drums σε συνδυασμό με τις ηλ. κιθάρες, το λαϊκό έχει το μπουζούκι του και πάει λέγοντας. Όμως, είναι η ενορχήστρωση «ικανή» να χαρακτηρίσει ένα τραγούδι ως ποιοτικό ή μη ποιοτικό; Όχι, φυσικά. Γιατί δεν είναι αυτή η δουλειά της, αλλά να δώσει στο τραγούδι ένα συγκεκριμένο στυλ! Και προφανώς δεν υπάρχουν όργανα υποδεέστερα από άλλα!
Ο μπαγλαμάς ήταν ..ελαφρολαϊκός όταν τον έπαιζε (no pun intended) ο Ρέμος, αλλά σαν τον έπιασε (again) ο Αγγελάκας, εξωραΐστηκε;
Τέλος πάντων, να πω και το άλλο: εγώ το 2014 μπορεί να το θεώρησα μια μουσική εποχή στην οποία άνθισε το κλαψομουνοτράγουδο. Να παιζόταν όλη μέρα ένας ίδιος ήχος ας πούμε, και να 'χα μπουχτίσει. Και απ' αυτή την ιδέα, αν άκουγα το «καινούργιο ανεπανάληπτο τραγούδι του Καρρά», να έλεγα ότι πρόκειται για μη ποιοτικό άσμα και να το απέρριπτα. Ιδίως αν λάμβανα υπόψη ότι μόνο τέτοια βγάζει.
Όμως, ο Χ μπορεί να σκεφτόταν ότι το 2014 δεν ήταν τόσο μεγάλη η παραγωγή καρρατράγουδων (κλεμμένος ο όρος), και άρα το τάδε καινούργιο κλαψοκαψούρικο να άξιζε!
Κι απ' αυτό θέλω να οδηγηθώ σε ένα αυτόματο συμπέρασμα: ο χαρακτηρισμός «ποιοτικό» για ένα τραγούδι, φυσικά διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έχει άμεση σχέση με την μουσική παιδεία του, την εποχή στην οποία μεγάλωσε, είναι, γενικώς, θέμα γούστου! Ο νεοελληνάρας όμως, μπερδεύει το δικό του γούστο με την καθολική αξία, που είναι βέβαια η μόνη που είναι αλήθεια, γι' αυτό και είναι αδύνατο να τη βρούμε και να πούμε με ασφάλεια ότι «αυτό είναι χάλια κι αυτό ωραίο». Θα μπορούσα να γράψω διαφορετικά το κείμενο, να το πιάσω καντιανά το πράμα και να δώσω την απάντηση που χρειάζεστε σε πέντε αράδες, αλλά όχι. Έρπω χαμαί.
Να γυρίσω στο προηγούμενο ύφος μου, λοιπόν.
Πλησιάζοντας την αλήθεια...
Κάτι που συχνά ακούω πάνω σ' αυτό το θέμα, και θεωρώ ότι είναι πιο κοντινό στο ρίαλ σιτσουέησο, είναι το πού τραγουδάει ο καθένας. Τι κοινό έχει και πού εμφανίζεται.
Με αυτή τη λογική, έχομε το δίπολο: Μπουζούκια - Μουσική Σκηνή.
Στα μπουζούκια βρίσκονται οι αυτοπάρακτοι αυτοσεισίφαλλοι, οι της χειραντλήσεως βλιτομάμες και της αυτορρύτου βαρβαρεγχύσεως (σχωρήστε με διάβαζα Ζουράρι πριν), και στις μουσικές σκηνές οι ψαγμένοι ποιοτικοί.
Μπουζουξού η Πάολα, πχιοτικός ο Μαχαιρίτσας.
Χμ, λανθασμένοι οι χαρακτηρισμοί, αλλά σε γενικές γραμμές έχει μια βάση. Τα μπουζούκια είναι ένας χώρος που αποσκοπεί κατ' εξοχήν στην εύκολη διασκέδαση και μόνο.
Δεν θα πάει κάποιος δηλαδή στα μπουζούκια για να ακούσει μελοποιημένη ποίηση, αυτό είναι το μόνο σίγουρο!
Ο τόπος που εμφανίζεται κάποιος, από μόνος του δε μας λέει τίποτα.
Σάμπως η Βιτάλη κι ο Μάλαμας, σε σκυλάδικα δεν τραγουδούσαν χρόνια ολόκληρα;
Ποιοτικοί όμως θεωρούνται!
Αλλά ο τόπος, σε συνδυασμό με το είδος των παραστάσεων που φιλοξενεί, την μουσική παιδεία του κοινού που τις παρακολουθεί και εν τέλει, ο σκοπός που εξυπηρετεί κι ο στόχος που έχει ως προς αυτούς στους οποίους απευθύνεται, κάνει ένα μεγάλο μπουμ στο ζήτημα των διαφορών.
Κι ο Παπακωνσταντίνου, κι η Αρβανιτάκη, κι ο Κιάμος και η Στέλλα η Καλλή, διασκεδαστές είναι. Αλλά δεν είναι όλοι ίδιου τύπου διασκεδαστές, πώς να το κάνομε;
Και ξέρεις που διαφέρουν τελικά;
Το λάιφσταϊλ το άτιμο...
Ααακριβώς. Το λάιφσταϊλ. Όσο κι αν προσπαθούμε να πείσομε τους πάντες ότι «όλοι είναι το ίδιο, μουσική κι ο ένας μουσική κι ο άλλος», πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα μας κοιτούν λες κι είμαστε εξωγήινοι, και θα μας πετροβολούν σαν βέβηλους.
Και καλά θα κάνουν.
Γιατί, το λάιφσταϊλ είναι τελικά η λέξη κλειδί! Και σόρρυ που το λέω, θα 'θελα έναν ελληνικό όρο, αλλά είναι σποτ ον, τα περιγράφει όλα. Απ' το πιο σημαντικό, το πόση διάρκεια έχει ο καλλιτέχνης (τεράστιο αξιακό κριτήριο), στον τρόπο ζωής, τον τρόπο επικοινωνίας και τη σχέση με το κοινό, το πού στοχεύει ο καθένας με τη μουσική του, τι λέει με τα τραγούδια του, τι λέει με τη στάση του κοινωνικά (αυτό θα το αναλύσω σε άλλο κείμενο, αλλά είναι σημαντικό να αναφερθεί).
Για παράδειγμα, όταν ακούω τον Καζούλη να τραγουδάει μουσικές και στίχους του, είμαι σε θέση να καταλάβω πού στοχεύει, και να τον αναγνωρίσω ως τίμιο καλλιτέχνη, που αγαπάει αυτό που κάνει, έχει ένα ευαίσθητο ήχο, σε ψυχαγωγεί ταξιδεύοντάς σε, με ένα ακραιφνές συναίσθημα που σε αγγίζει.
Άλλος μπορεί να πει ότι τον κοιμίζει, ότι ο στίχος του δεν είναι κάτι το σπουδαίο, αλλά κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει τούτο: ότι δεν ακολούθησε την εύκολη λύση αλλά βγήκε σε μια σκυλοεποχή, και επιμένοντας στις ήσυχες μπαλάντες ακούστηκε και ευαισθητοποίησε ούρμπι ετ όρμπι. Ότι χωρίς φανφάρες, χωρίς περσόνες, χωρίς σόου, χωρίς τίποτα, εξέφρασε τις σκέψεις του, τις έντυσε με πολύ όμορφες και «σιγανές» μελωδίες και αφύπνησε το συναίσθημα, που πολλοί από μας κρύβομε πίσω από σκληρά και δήθεν προσωπεία (γαμώτιςμάσκεςμαςγαμώ). Και δικαίως, έμεινε :)
Εδώ αξίζει να σημειωθεί, ότι εκ των πραγμάτων πολύ μεγαλύτερη αξία έχει ένας δημιουργός παρά ένας ερμηνευτής. Όχι ότι ο ερμηνευτής δε νιώθει αυτά που τραγουδάει, αλλά εκείνος που αποτυπώνει τη σκέψη του στο χαρτί, διαλέγει πώς θα της δώσει μουσική, και την τραγουδά όπως εκείνος νιώθει, είναι ρε παιδί μου κάτι ιερό.
Χωρίς βέβαια να αποκλείω καλλιτέχνες με καλή φωνή που μπορούν να απογειώσουν και να μαγέψουν το κάθε τι!
Θα μου πεις η αγαπημένη σου ελληνική φωνή είναι ο Κότσιρας, που ως επί το πλείστον άλλοι του γράφουν μουσικές και λόγια. Ή ότι σ' αυτό το παράδειγμα, υπάρχει κι ένας Παντελίδης ή ένας Βέρτης, που πάλι μόνοι τους τις γράφουνε και τις τραγουδάνε.
Ε, γι' αυτό το επιχείρημα, είναι αναγκαία μια διευκρίνηση του όρου «εμπορικός» και «ποιοτικός». Καταρχάς, ας πούμε το προφανές: όσο κι αν παρουσιάζονται ως αντίθετες έννοιες, δεν είναι. Το εμπορικός αναφέρεται σε άλλο πράγμα, το ποιοτικός σε άλλο.
Ένας ποιοτικός μπορεί να είναι και εμπορικός, και τανάπαλιν.
Όταν ξεκινάει κάποιος στη μουσική, προφανώς και έχει μια αγάπη γι' αυτή, ή ακόμη πιο πολύ, την ανάγκη να τραγουδήσει!
Εντούτοις, υπάρχουν πολλοί τραγουδιάρηδες και μουσικάντηδες, που όταν μυριστούν ότι η μπίζνα αυτή έχει φράγκα, σου λέει ας γράψω πεντεδέκα παπαρίτσες, να τις βάλω σε ένα δίσκο, να κάνω και τις καλοκαιρινές μου αρπαχτές, μπας και τελειώσω την πισίνα που την έχω στα μπετά.
Εκεί είναι που αναφερόμαστε σε «εύκολα» τραγούδια, τραγούδια δηλαδή που δε φτιάχτηκαν ως ανάγκη ενός ανθρώπου να εκφραστεί, αλλά να πλουτίσει.
Κι επειδή ο μέσος ακροατής δεν έχει και πολύ υψηλά στάνταρ, είναι σίγουρο ότι θα τα ακούσει και θα πλερώκει. Πλέον υπάρχει το youtube βέβαια, αλλά στατιστικά τα ίδια σκατά επικρατούν κι εκεί: 10 εκατομμύρια views οι Vegas, 10 χιλιάδες views η Μαρία Δημητριάδη.
«Έλα μωρέ, Δημητριάδη θα ακούμε λες και είμαστε τίποτα 95χρονοι;»
Κούνια που σας κούναγε, λέω 'γω.
Τέλος πάντων, πού είχα μείνει;
Εύκολα εμπορικό, είναι κάτι που καταναλώνεται εύκολα και διαρκεί λίγο. Είναι δημιούργημα του εύκολου και πρόχειρου λάιφσταϊλ, που θέλει να σκαρφαλώσει στα τσαρτ και στα κλαμπάκια για δυο μήνες και μετά να δώσει τη θέση του σε άλλο. Τα μεγάλα τραγούδια δεν είναι έτσι. Ποιοτικό και εμπορικό μαζί, μπορεί να είναι κάτι; Μα αυτό λέω εδώ και δυο ώρες: ΦΥΣΙΚΑ. Ενδεχομένως να χρειαστεί μεγαλύτερο βάθος χρόνου για να αφομοιωθεί με το κοινό και να αγαπηθεί. Αλλά μην ανησυχείτε, φέλοου προλετάριανς: το πλέρωμα του χρόνου θα είναι στεγνό και στυγνό: το καινούργιο του Πλούταρχου θα κάνει 5 εκατομμύρια views στα μπαμ και θα εξαφανιστεί σε δυο μήνες, ενώ η Ανδρομέδα που της πήρε 6 (γιουτουμπικά) χρόνια για 1+ εκατομμύριο views, τραγουδιέται και δείχνει ακόμα τη δυνατότητα ενός άλλου, ιδιαίτερου δρόμου στη μουσική.
Είναι και διαφορετικό κοινό βέβαια: πολύ μικρότερο του Θανάση, αρκετά μεγαλύτερο του κλαψομούνη. Ευτυχώς είναι και μια Βελεσιώτου που ακούγεται παντού και είναι και γαμώ: αντίποινα στις σαχλαμάρες που παίζουν ολούθε.
Ξέφυγα πάλι. Για να γυρίσω σ' αυτό που έλεγα, ο Παντέλας γράφει μεν δικές του μουσικές, αλλά με τη λογική ότι «έγραψα για την πρώην μου μία φορά, με λατρέψανε. Έγραψα δεύτερη φορά, πάλι με λατρέψανε. Έγραψα τρίτη φορά, κοντέψανε να με θάψουνε στα γαρύφαλλα (αμήν και πότε), ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, άρα ας γράψω όσες παπαριές μπορώ, να γεμίσω και το Τεάτρο, να πάρω και τα φράγκα μου».
Εκεί είναι το λάιφσταϊλ με λίγα λόγια!
Βεβαίως, η ίδια φραγκομπίζνα μπορεί να συμβεί και στους λεγόμενους «ποιοτικούς-έντεχνους». Να, οι Πυξ Λαξ για παράδειγμα: «γράψαμε ένα ακαταλαβίστικο και του βάλαμε 4 συγχορδίες, μας λάτρεψαν. Γράψαμε άλλο ένα ακαταλαβίστικο με πανεύκολη μουσική, πάλι μας λάτρεψαν. εδώ είμαστε λοιπόν!».
Ας κάνομε και 125 ..τελευταίες συναυλίες να τ' αρπάξομε απ' όπου μπορούμε.
Ειδικά στο χιπ-χοπ να δεις τι γίνεται, που παίζει και η «αντεργκραουντίλα» έναντι της «εμπορικίλας» σε πιο σκληρά ρινγκ, και με πιο αιμοδιψές κοινό!
Προσωπικά, θεωρώ τους FFC θρύλους, αλλά λατρεύω και τους εμπορικούς για σένα Ημισκούμπριους!
Και οι Goin' through μ' άρεσαν στα πρώτα τους χρόνια, γιατί είχαν κάτι να πουν, και δεν ήταν για να παίζει το πουλί του ο Βουρλιώτης με σουξεδάκια.
«Όλο το πας από 'δω κι από 'κει. Τελικά εσύ πώς θεωρείς ότι πρέπει να το βλέπομε το πράμα;»
Λοιπόν, η Ματούλα Ζαμάνη λέει ότι η μουσική είναι μία. Σα να λέμε, τι Φοίβος τι Χατζιδάκις, το ίδιο και το αυτό. Γι' αυτό και στις συναυλίες της, μετά το «Έρημα Κορμιά», ρίχνει κι ένα «Να τη χαίρεσαι την καινούργια σου αγάπη». Ε, κακές οι ταμπέλες, δε λέω, αλλά μη το παραχέσομε κιόλας.
«Τι εννοείς να μη το παραχέσομε; Εσύ τόση ώρα δε μας πρήζεις ότι δε πρέπει να θεωρούμε κάτι κατώτερο του άλλου;».
Τιμημένε ιντερνετικέ περπατητή, φόρα την ξεφτισμένη σου περιβολή, κι άσε με να γίνω ο γκοτάμα σου. Το μυστικό της ζωής είναι:εκλεκτικισμός! Άκου ν' ακούσεις και τσιλιάρισε να δεις. Το αν θα ακούσομε εύκολα ή ριζιμιά τραγούδια (που κατέχουν δηλαδή μια κοινωνική και μουσική εμβρίθεια), είναι δική μας επιλογή.
Μπορεί να μη θέλομε να το κουράσομε πολύ το ρημάδι μας ακούγοντας Νίκο Ξυδάκη, αλλά να επιλέξομε τα ..εύπεπτα! Όχι τα άσματα περιωπής, αλλά τα περιντροπής.
Όμως, απ' τη στιγμή που νιώσομε κάποια στιγμή την ανάγκη να ξεκαλουπώσουμε απ' την μουσική μας λακκούβα και ν' ανοίξουμε τ' αφεστώτα ώτα μας σε άλλους ήχους και στίχους, θα έρθομε αντιμέτωποι με το φαινόμενο του εκλεκτικισμού: δηλαδή να επιλέγομε απ' το ένα κι απ' το άλλο «στρατόπεδο», ό,τι ηχεί πιο αληθινό.
Γι' αυτό εγώ παρόλο που ανήκω στο λεγόμενο «έντεχνο στρατόπεδο», λατρεύω το Νατασσάκι. Είναι στο σκυλολάιφσταϊλ που μισώ, αλλά θεωρώ τη φωνή της άψογη από άποψη αμεσότητας και τεχνικής αρτιότητας.
Έχει ό,τι ζητώ να ακούσω σε μια γυναικεία φωνή: θηλυκότητα, δύναμη, καλόγουστο βιμπράτο κι όταν την ακούω να τραγουδάει κάτι τέτοια, πωρώνομαι.
Όπως ακριβώς παθαίνω και με την μεγάλη λατρεία μου, την Ρίτα Αντωνοπούλου, αλλά σε άλλη φάση φυσικά, και με άλλο μουσικό «συλλογισμό». Προσωπικά δίνω μεγάλη σημασία στη φωνή, αυτό είναι δικό μου κατσαβέτι, ενδεχομένως κάποιος άλλος πχιοτικός να κάνει μια μπουζουξίδικη «ατασθαλία» βασιζόμενος στο πόσο «παλικάρι» είναι ένας αυτού του είδους, κι όχι τόσο στη φωνή.
Πώς να το πω. Λέμε ρε παιδί μου, ο Καζαντζίδης κι ο Μπιθικώτσης είναι άρχοντες, θεωρούνται γίγαντες αυτής που ονομάζουμε αληθινή μουσική, παρόλο που δε τραγουδούσανε στο ...Μέγαρο!
Μάι πόιντ ιζ, πρέπει να βλέπομε τα πρόσωπα, τους δημιουργούς και τους καλλιτέχνες ξεχωριστά, κι όχι τις ταμπέλες που άλλοι έχουν θέσει, μπλέκοντας ό,τι να 'ναι πράγματα, και διαμορφώνοντας ψεύτικα διλήμματα! Να αποφεύγουμε τις γενικεύσεις. Να μην είμαστε κομπλεξάρες.
Για να μην πω και το κλασσικό περί έντεχνου και άτεχνου.
Γενικά το μουσικό είδος δεν είναι το ίδιο με τη μουσική ταμπέλα.
Και πολλοί όροι με τους οποίους χαρακτηρίζομε μια μουσική, είναι εντελώς ασαφείς:
ροκ, έντεχνο, σκυλάδικο. Τι είναι ροκ, τι είναι έντεχνο, και τι είναι σκυλάδικο;
Και ο «ροκάς» ή ο «μεταλάς» ποιος είναι;
1. αυτός που έχει φορέσει μουσικές παρωπίδες αρνούμενος να ακούσει οτιδήποτε άλλο; ή
Σε μια συντριπτική και σινάμα απογοητευτική πλειοψηφία, ο πρώτος, δηλαδή ο βλάκας, είναι αυτός που θα μας πρήξει με το πόσο μεταλάς είναι. Χρυσό βραβείο κόμπλεξ και έλλειψης μουσικής παιδείας.
Σ' όσους ακόμη με πάθος υπεραμύνονται του ευτελούς και παραπλανητικού διαχωρισμού «ποιοτικοί» και «εμπορικοί», θέτω το κάτωθι κουίζ.
Άρα, δεν υπάρχουν εμπορικοί και ποιοτικοί, έντεχνοι και άτεχνοι.
Αδέρφια, αλήτες πουλιά, ήρθε η ώρα να ξεκολλήσομε απ' τις ταμπέλες. Μπορεί κάτι που απορρίπταμε μέχρι τώρα, να μας εντυπωσιάσει και να μας εισάγει σε ένα καινούργιο μουσικό κόσμο.
Κοιτάμε τα πρόσωπα και το πόσο αληθινός είναι ο καθένας, κι αν εμείς οι εντεχνοάπλυτοι ακούσομε μια φορά Θεοφάνους και μας αρέσει, να μη κάνομε την πάπια, αλλά να βγούμε να το φωνάξομε και να κάψουμε και τα σουτιέν της διπλανής μας, εξιλεωμένοι που βγήκαμε απ' την ντουλάπα (πάλι no pun intended).
Να απορρίψομε τον Πλούταρχο και τη Βανδή και το Χατζηγιάννη ξέρω 'γω, όχι επειδή έχουν την ταμπέλα του «εμπορικού», αλλά λέγοντας: δε μ' αρέσει, γιατί έχει σκατά φωνή, γιατί έχει σκατά κοινό, γιατί έχει ηλίθια μουσική, γιατί, γιατί, γιατί. Ή, ακόμη καλύτερα: να μην πούμε πως δε μας αρέσει γενικά η Βανδή, αλλά πως δε μας αρέσει το χ, το ψ ή το ω κομμάτι της, αιτιολογώντας το. Πιστεύω ότι τώρα που τελειώσατε αυτό το κουραστικό κείμενο, θα έχει τελειώσει το κομμάτι που βάλαμε στην αρχή, άρα ας κλείσομε με κάτι εξίσου όμορφο:
Ποίηση Νίκου Καββαδία, μελοποίηση Ξέμπαρκων
(Νότης Χασάπης, Ηλίας Αριώτης) | 1986
Αν με ξαναρωτήσετε, επομένως, τι μουσική ακούω, θα σας απαντήσω:
ό,τι μου ακούγεται καλόγουστο και μπορεί να μου χαρίσει μερικά λεπτά ταξιδιού :) Υ.Γ Ένας καλός μου φίλος που διάβασε το κείμενο αυτό, ένα άτομο με ασίγαστη ανάγκη για δημιουργική σκέψη πάνω στο κάθε ζήτημα, μου έστειλε το δικό του σχόλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισα να το συμπεριλάβω στο κείμενο, γιατί εισήγαγε ένα σημαντικότατο στοιχείο που, κατά κάποιο τρόπο «λύνει το κουβάρι»: την επικοινωνία του καλλιτέχνη με τις ρίζες! Κατόπιν αυτού, ανακύπτουν έτερα δρομάκια προς την Αλήθεια, που δεν τα σκέφτηκα και δεν τα ανέφερα. Το σχόλιο είπα ότι θα το βάλω σαν κείμενο, στο τέλος του δικού μου, όμως επειδή έχει μια έκταση κι επειδή αγγίζει το θέμα από διαφορετικές οπτικές, μπορείτε να το απολαύσετε πατώντας εδώ. Σ' ευχαριστώ πολύ Δημήτρη!